Τίμια κατάθεση, υποθήκη για το μέλλον
Η δημοσίευση της «Ιθάκης» δημιούργησε ήδη ένα πολιτικό γεγονός, όπως φαίνεται από τα πολεμικά σχόλια του κυβερνητικού εκπροσώπου, αλλά και την επανενεργοποίηση του γνωστού συστήματος επώνυμων αρθρογράφων και ανώνυμων τρολ. Ενας προφανής λόγος γι’ αυτό είναι το μεγάλο κενό εκπροσώπησης που χαρακτηρίζει το πολιτικό σύστημα σήμερα: η κυβέρνηση καταρρέει, χωρίς να αναδύεται προφανής εναλλακτική λύση από την πολυδιασπασμένη αντιπολίτευση. Αναμενόμενο ήταν, επομένως, να περιμένει ο ελληνικός λαός την κατάθεση του πρώην πρωθυπουργού, και λογικό για τις δυνάμεις του συστήματος να προσπαθούν εκ των προτέρων να την ακυρώσουν.
Η τίμια αυτή κατάθεση ήταν αναγκαία πρώτα – πρώτα για να ξεκαθαριστούν οι λογαριασμοί, όχι τόσο με τα ορφανά του Σόιμπλε, όσο με την Ιστορία. Να ειπωθεί η αλήθεια για τις σκληρές μάχες με τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής Δεξιάς, που σχεδίαζαν να θυσιάσουν την πατρίδα μας για να στείλουν το μήνυμα ότι δεν υπάρχει άλλη πολιτική από αυτή του νεοφιλελευθερισμού. Αλλά και για τους εντόπιους απολογητές τους, που τους παρότρυναν να «κρατήσουν γερά». Χρειάζεται να θυμίσω ότι ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης καλούσε τους δανειστές να μη διανοηθούν να χαριστούν στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά να επιβάλουν την περικοπή της προσωπικής διαφοράς; Και όταν οι εκκλήσεις αυτές έπεσαν στο κενό, δεν μας κατηγορούσε ότι ανταλλάξαμε τις συντάξεις με τη Μακεδονία;
Το βιβλίο εξηγεί πειστικά πως τόσο η διαπραγμάτευση, όσο και η ταυτόχρονη εφαρμογή του τρίτου μνημονίου με το παράλληλο πρόγραμμα διάσωσης της χώρας, επιχείρησαν να υπηρετήσουν δύο ύπατους στόχους: την αξιοπρέπεια αλλά και την επιβίωση του ελληνικού λαού. Οχι μόνο, συνεπώς, να δοθεί μέχρι το τέλος η μάχη εναντίον των πολιτικών που καταστρέφουν τις κοινωνίες και υπονομεύουν τη δημοκρατία, αλλά να γίνουν και οι αναγκαίοι, επώδυνοι συμβιβασμοί που επέβαλε ο συσχετισμός δύναμης για να μη γίνει παρανάλωμα η χώρα.
Το σημαντικότερο όμως στοιχείο του βιβλίου είναι η υποθήκη για το μέλλον: ο συνδυασμός προσήλωσης στις προοδευτικές αρχές με τον αναγκαίο ρεαλισμό για την πραγματοποίησή τους, στον μέγιστο βαθμό που επιτρέπει η συγκυρία. Αντίθετα με όσους ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει πια διαχωριστική γραμμή Αριστεράς και Δεξιάς, ο Αλέξης Τσίπρας μιλά για την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της. Σωστά την ορίζει ως αυτή που χωρίζει «τον ολοένα και μεγαλύτερο πλούτο που συσσωρεύεται σε λίγους και στην πλειονότητα που δεν τα βγάζει πέρα» (σ. 744).
Ο προοδευτικός πατριωτισμός, για τον οποίο τον κατηγόρησαν πολλοί καλοθελητές, δεν είναι τίποτα άλλο από την έκφραση της ανάγκης «να ενωθούν τα πολύχρωμα κινήματα αντίστασης στην ολιγαρχία και στην κλεπτοκρατία» (σ. 745). Συνδυάζεται με τον νέο διεθνισμό που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση και την κοινή δράση με τα κινήματα στην Αμερική και στην Ευρώπη.
Ο πρώην πρωθυπουργός γράφει για την Αριστερά που δεν διαλέγεται απλώς αφηρημένα με τα υψηλά της ιδανικά, αλλά «λερώνει τα χέρια της» με τη διαχείριση των μεγάλων προβλημάτων της καθημερινότητας. Μόνον αυτή μπορεί να κερδίσει τις ψυχές της πλειοψηφίας των κοινωνιών μας και να εξουδετερώσει την ακροδεξιά δημαγωγία. Πρόσφατο παράδειγμα η εκλογή του Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη, ενός πολιτικού που δεν έκρυψε την αριστερή του ταυτότητα, κατήγγειλε τη γενοκτονία της Γάζας στη μεγαλύτερη εβραϊκή πόλη του κόσμου, και κέρδισε επειδή έδωσε απαντήσεις στη μάστιγα της ακρίβειας και της υποβάθμισης των υποδομών του κοινωνικού κράτους.
Μια τέτοια πολιτική, μπορεί να ενώσει όλες τις προοδευτικές δυνάμεις και να αποτελέσει εναλλακτική κυβερνητική λύση.
O Γιώργος Κατρούγκαλος είναι καθηγητής Δημοσίου Δικαίου, ανέξαρτητος εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ
