Добавить новость
ru24.net
World News
Январь
2026
1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31

Η κρίση που άνοιξε το κουτί της Πανδώρας

0
Ta Nea 

Η κρίση των Ιμίων δεν είναι στιγμιαία. Ξεκινάει τον Δεκέμβριο του 1995, με την προσάραξη τουρκικού εμπορικού πλοίου, και αποκορυφώνεται στις 31 Ιανουαρίου 1996, με την αμερικανική παρέμβαση που συνοψίζεται στη φράση «no ships, no troops, no… flags». Ξεκινάει κάτω από την ηγεσία, ως πρωθυπουργού του Ανδρέα Παπανδρέου και καταλήγει με πρωθυπουργό τον Κώστα Σημίτη. Είναι η «κρίση των σημαιών», καθώς όλο το σκηνικό δημιουργείται από την τοποθέτηση της ελληνικής σημαίας στη Μικρή Ιμια από τον δήμαρχο Καλύμνου, ο οποίος, ύστερα από την αμφισβήτηση της κυριαρχίας των δύο βραχονησίδων, των Μεγάλων και των Μικρών Ιμίων, από την Τουρκία, ύψωσε την ελληνική σημαία, ως συμβολική πράξη κυριαρχίας, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση τούρκων δημοσιογράφων, οι οποίοι, με τη σειρά τους, ύψωσαν την τουρκική σημαία.

Ετσι ένα ιδιωτικό επεισόδιο, δυο μερών που δεν είχαν εξουσιοδότηση να ασκήσουν εξωτερική πολιτική, σήμανε μια νέα περίοδο στις ελληνοτουρκικές  σχέσεις, και παρ’ ολίγον να δημιουργήσει μια ένοπλη ρήξη ανάμεσα στις δύο χώρες, αν δεν παρενέβαινε ο Αμερικανός Ρίτσαρντ Χόλμπουρκ να διευθετήσει εγκαίρως την κρίση.

Η νέα περίοδος που εκκινεί από τα Ιμια συνεχίζεται, μάλιστα με αυξανόμενη ένταση ως τις ημέρες μας. Ως γνωστόν τα Ιμια αποτελούν τμήμα του συμπλέγματος των Δωδεκανήσων, που παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με τη Συνθήκη των Παρισίων (1947), η οποία προέβλεπε ρητά τη μεταβίβαση όλων των νησιών του συμπλέγματος, και των παρακείμενων νησίδων ή βραχονησίδων, χωρίς ρητά να της κατονομάζει από την Ιταλία στην Ελλάδα. Το γεγονός της μη ρητής αναφοράς των βραχονησίδων στη Συνθήκη των Παρισίων, ώθησε την Τουρκία στον ισχυρισμό ότι τα Ιμια δεν αποτελούν ελληνικό έδαφος, κι ότι, κατά συνέπεια, είναι αμφίβολης κυριαρχίας. Μάλιστα έφθασαν στο σημείο να ισχυριστούν ότι οι βραχονησίδες αυτές τελούν υπό τουρκική κυριαρχία, με το όνομα Καρντάκ.

Παρά το γεγονός ότι απέχουν 3,8 ν.μ. από τις ακτές της Τουρκίας, ενώ σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης, η οποία βέβαια δεν προέβλεπε για τα Δωδεκάνησα, αλλά έχει γενική εφαρμογή, η Τουρκία δικαιούται όλες τις νησίδες που βρίσκονται σε απόσταση έως 3 ν.μ. από τις ακτές της. Και παρά το γεγονός ότι τα Ιμια απέχουν 2,5 ν.μ. από την Καλόλιμνο, που είναι το πλησιέστερο ελληνικό νησιωτικό έδαφος για τις δυο βραχονησίδες. Με δεδομένο ότι το Διεθνές Δίκαιο δεν αναγνωρίζει ότι μπορεί να υφίσταται res nullius για εδάφη, εκτός της περιοχής των Πόλων, τα Ιμια θα έπρεπε σε κάποιον να ανήκουν. Και σύμφωνα με την Τουρκία ανήκουν σε αυτήν.

Η κρίση στα Ιμια, που είχε επιπτώσεις στην ελληνική πολιτική σκηνή, καθώς ο Κώστας Σημίτης ευχαρίστησε από του βήματος της Βουλής τις ΗΠΑ για τη συμβολή τους στην αποτροπή θερμού επεισοδίου ανάμεσα στις δύο χώρες, με αποτέλεσμα να αποδοκιμαστεί από τους βουλευτές, σε μια εποχή που ο αντιαμερικανισμός καλά κρατούσε. Αλλά, δυστυχώς, είχε και πολύ σοβαρότερες επιπτώσεις, καθώς το επεισόδιο αυτό αποτέλεσε το εναρκτήριο λάκτισμα για μια σειρά άλλων επεκτατικών διεκδικήσεων της Τουρκίας εις βάρος ελληνικών εδαφών. Βλέπουμε λοιπόν πως η άφρων άσκηση εξωτερικής πολιτικής από πρόσωπα που δεν δικαιούνται να την ασκήσουν μπορεί να έχει γενικότερες συνέπειες.

Στην προκειμένη περίπτωση τα Ιμια άνοιξαν την όρεξη στην τουρκική πολιτική να αμφισβητήσει την κυριαρχία αυτών των ελληνικών εδαφών που δεν αναφέρονταν ρητά στις διάφορες συμβάσεις που προέβλεπαν παραχώρηση εδαφών στην Ελλάδα.

Εφτασαν δε να αμφισβητήσουν και την κυριαρχία στη Γαύδο,  κατοικημένο νησί κάτω από την Κρήτη, χωρίς καμία συνέχεια με το τουρκικό ηπειρωτικό έδαφος. Το σύνδρομο των Ιμίων αποτέλεσε το άνοιγμα του κουτιού της Πανδώρας για την επίκληση και πολλών άλλων αμφισβητήσεων της ελληνικότητας ακατοίκητων και κατοικημένων νησιών και βραχονησίδων στη διάρκεια του χρόνου που διέρρευσε. Και το βασικότερο είναι ότι ακόμα και σήμερα δεν είναι ακριβής ούτε ο αριθμός, ούτε το όνομα όλων των νησιών και βραχονησίδων που διεκδικεί η Τουρκία.

Το αποκορύφωμα, πάντως, των έρμαιων διεκδικήσεων της Τουρκίας, αποτελεί η πολύ πρόσφατη αμφισβήτηση της κυριαρχίας των ακραίων ανατολικών νησιών, που κατοικούνται από Ελληνες, και που αποδόθηκαν στην Ελλάδα από τις Μεγάλες Δυνάμεις, στο τέλος των Βαλκανικών Πολέμων και των οποίων η παράδοση οριστικοποιήθηκε με τη Συνθήκη της Λωζάννης, το 1923. Τα νησιά αυτά είχαν, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Λωζάννης, που αποτελεί τμήμα της Συνθήκης της Λωζάννης, μερικώς αποστρατιωτικοποιηθεί.

Η Τουρκία θεωρεί σήμερα, 100 χρόνια μετά την υπογραφή της Σύμβασης ότι η ρήτρα αποστρατιωτικοποίησης ισχύει, και, μάλιστα ότι συνδέεται ως ρητή προϋπόθεση της ίδιας της κυριαρχίας των νησιών.

Η Σύμβαση της Λωζάννης αφορά το καθεστώς των Στενών των Δαρδανελίων, που είχαν παρομοίως αποστρατιωτικοποιηθεί, προκειμένου να εξασφαλίσει την ομαλή δίοδο των πλοίων τα οποία κατευθύνονταν στον Εύξεινο Πόντο ή προέρχονταν από αυτόν. Η αλλαγή όμως των συνθηκών ώθησε τις Μεγάλες Δυνάμεις να δεχθούν πρωτοβουλία της Τουρκίας για την άρση της αποστρατιωτικοποίησης ολόκληρου του συστήματος των στενών.

Μια νέα Σύμβαση, αυτή του Montreux (1936) υποκατέστησε τη Σύμβαση της Λωζάννης καθ’ ολοκληρίαν, και, συνεπώς, παρά τη μη ρητή αναφορά των ελληνικών νησιών που παράκεινται στα Στενά, η επιμονή της Τουρκίας να μην αποδέχεται την πλήρη κατάργηση της Σύμβασης της Λωζάννης από τη νέα Σύμβαση δείχνει κακοπιστία. Αναφορικά τώρα για τα υπόλοιπα νησιά, που αποστρατιωτικοποιούνται με την ίδια τη Συνθήκη της Λωζάννης, τα επιχειρήματα που μπορούν να προβληθούν είναι δυο: πρώτον, το καθεστώς της αποστρατιωτικοποίησης, στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών, είναι προσωρινού χαρακτήρα.

Ενυπάρχει όσο οι πρώην εμπόλεμοι είναι σε κατάσταση να επαναλάβουν τις εχθροπραξίες, και προκειμένου να αποφευχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Εκατό χρόνια μετά είναι δύσκολο για έναν αντικειμενικό παράγοντα να την επικαλεστεί, εφόσον οι σχέσεις βελτιώθηκαν  σημαντικά ανάμεσα στους πρώην εμπολέμους, είναι και οι δυο μέλη μιας στρατιωτικής συμμαχίας, του ΝΑΤΟ, και παρά τις σημερινές αντίξοες συνθήκες το ενδεχόμενο να προέλθει ρήξη ανάμεσά τους είναι μηδαμινή.

Θα τοποθετούσα μάλιστα την άρση της αποστρατιωτικοποίησης στον μεσοπόλεμο, μετά τη σημαντική βελτίωση των σχέσεων, με το σύμφωνο φιλίας Βενιζέλου – Ατατούρκ (1930). Το δεύτερο επιχείρημα είναι ότι και αν ακόμα, arguendo, ισχύει η αποστρατιωτικοποίηση αυτή δεν μπορεί να συνδέεται με την κυριαρχία των νησιών. Γιατί δεν μπορεί η κυριαρχία να συνδέεται, χωρίς ρητή αναφορά, με περιορισμούς στην άσκησή της. Κατά συνέπεια οι διεκδικήσεις της Τουρκίας είναι έωλες και καταχρηστικές. Το ίδιο θα ισχυριστούμε και για την αποστρατιωτικοποίηση των Δωδεκανήσων.

Σε τελευταία ανάλυση, το επεισόδιο των Ιμίων είχε ευρύτατες επιπτώσεις για τις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας, που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν στις συνθήκες που επικρατούσαν στο 1996, και συνέβαλαν καθοριστικά στη περαιτέρω δυσχέρανση των ήδη βεβαρημένων σχέσεων.

Ο Χρήστος Ροζάκης είναι ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην υφυπουργός Εξωτερικών.




Moscow.media
Частные объявления сегодня





Rss.plus
















Музыкальные новости




























Спорт в России и мире

Новости спорта


Новости тенниса