Επικίνδυνη σύγκλιση κρίσεων
Η επίθεση με drone στη βρετανική βάση του Ακρωτηρίου στην Κύπρο φέρνει την ευρωπαϊκή πραγματικότητα ένα βήμα πιο κοντά σε εμπλοκή στη σύγκρουση με το Ιράν. Μέσα στην «ομίχλη» του πολέμου, παλιές εστίες έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο επανενεργοποιούνται.
Μετά την έναρξη της μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, η Τεχεράνη απαντά σε πολλαπλά μέτωπα: από το Ισραήλ και αμερικανικούς στόχους μέχρι συμμάχους των ΗΠΑ στον Κόλπο, τα Στενά του Ορμούζ και τον Καύκασο. Πλέον, όμως, στο κάδρο εισέρχεται δυναμικά και η Ανατολική Μεσόγειος. Είτε πρόκειται για στοχευμένη ενέργεια είτε για επιχειρησιακή αστοχία, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η Ευρώπη εμπλέκεται έμμεσα στη σύγκρουση.
Μέχρι πρόσφατα, η Ευρώπη διατηρούσε περιθωριακό ρόλο. Ούτε το Ισραήλ ούτε οι ΗΠΑ επένδυαν ουσιαστικά στις ευρωπαϊκές θέσεις ή δυνατότητες, πολιτικά ή στρατιωτικά. Οι διαφωνίες για το Ιράν και το Παλαιστινιακό παραμένουν έντονες, ενώ η Ουάσιγκτον τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να περιορίσει τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι εποχές που η ΕΕ μπορούσε να λειτουργεί ως αξιόπιστος μεσολαβητής, όπως στη συμφωνία του 2015 επί αμερικανικής προεδρίας Ομπάμα για τα πυρηνικά του Ιράν, μοιάζουν μακρινές.
Το μήνυμα του πλήγματος στη βρετανική βάση ήταν πολλαπλό: προς το Ηνωμένο Βασίλειο και κατ’ επέκταση το ΝΑΤΟ, προς την Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος-μέλος της ΕΕ, αλλά και προς την Τουρκία, η οποία διατηρεί στρατιωτική παρουσία στο βόρειο τμήμα του νησιού. Λίγες ημέρες αργότερα, ιρανικοί πύραυλοι που κατευθύνονταν δυτικά αναχαιτίστηκαν πάνω από τη Συρία και την Τουρκία. Η πτώση συντριμμιών σε τουρκικές περιοχές προκάλεσε έντονη αντίδραση της Αγκυρας.
Κάποιες ευρωπαϊκές χώρες ενίσχυσαν την άμυνα της Κύπρου με ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις, ενώ η Τουρκία απάντησε αναπτύσσοντας μαχητικά αεροσκάφη F-16 και αντιαεροπορικά συστήματα στη Βόρεια Κύπρο. Οι παράλληλες αυτές κινήσεις ανοίγουν ένα νέο, επικίνδυνο κεφάλαιο. Το Κυπριακό – μια «παγωμένη» σύγκρουση δεκαετιών – επιστρέφει στο προσκήνιο. Οι εξελίξεις δημιουργούν πραγματικό κίνδυνο στρατιωτικού επεισοδίου, ιδίως στον αέρα και τη θάλασσα.
Η στρατιωτική κινητοποίηση ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών ήταν ίσως αναπόφευκτη, αν και δεν έπρεπε να γίνει σε διμερές επίπεδο. Το σωστό θα ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία να επικαλεστεί το άρθρο 42.7 της ευρωπαϊκής Συνθήκης της Λισαβόνας, που προβλέπει ευρωπαϊκή συνδρομή σε κράτος-μέλος. Η τουρκική αντίδραση ήταν εξίσου αναμενόμενη, ακόμη και χωρίς σαφή ένδειξη ότι αποτελούσε στόχο. Η ενίσχυση της τουρκικής παρουσίας στη Βόρεια Κύπρο μπορεί να εξυπηρετεί και πολιτικούς στόχους, ενισχύοντας τη θέση της περί «λύσης δύο κρατών» στο Κυπριακό. Και από τις δύο πλευρές οι κινήσεις αυτές παρουσιάζονται στο εσωτερικό ακροατήριό τους ως απολύτως δικαιολογημένες.
Το ανησυχητικό στοιχείο είναι άλλο: οι εντάσεις αυτές αποκτούν δική τους δυναμική, ανεξάρτητη από τον πόλεμο στο Ιράν, δημιουργώντας ένα παράλληλο μέτωπο αστάθειας στα σύνορα της Ευρώπης. Το αποτέλεσμα είναι μια επικίνδυνη σύγκλιση παλιών και νέων συγκρούσεων: Ελλάδα – Τουρκία, ΕΕ – Τουρκία, Ισραήλ – Τουρκία. Ακόμη κι αν δεν αποτελεί κεντρικό θέατρο επιχειρήσεων, η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται εκ νέου σε ζώνη υψηλού ρίσκου.
Σε ένα περιβάλλον όπου το απρόβλεπτο κυριαρχεί, η ελάχιστη προϋπόθεση σταθερότητας είναι η συνεννόηση. Ενας αξιόπιστος μηχανισμός αποτροπής επεισοδίων μεταξύ Τουρκίας και ευρωπαϊκών δυνάμεων δεν είναι απλώς επιθυμητός. Είναι αναγκαίος, πριν μια «στραβή» στον αέρα ή τη θάλασσα εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτη κρίση.
Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)
