Ποιος κρατά τα «κλειδιά» του Ορμούζ;
Οι αλλεπάλληλες αναβολές της ψηφοφορίας για το κείμενο που προετοιμάζει το Μπαχρέιν – με την ιδιότητα της προεδρεύουσας χώρας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ – αποτελεί μια ακόμη απόδειξη για τον βαθμό δυσκολίας και περιπλοκότητας που παρουσιάζει οποιαδήποτε προσπάθεια να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ. Εδώ εντοπίζεται και το βασικό πρόβλημα, έστω και αν η επίσημη ερμηνεία που δίνεται για τις αναβολές (τώρα γίνεται λόγος για κάποια στιγμή εντός αυτής της εβδομάδας) είναι η απειλή βέτο από την Κίνα, σε περίπτωση που προβλέπεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο χρήση βίας.
Δεν είναι, άλλωστε, μόνο η Κίνα που αντιδρά και η Ρωσία, η οποία πιθανώς θα τηρήσει ανάλογη στάση. Σοβαρές ενστάσεις προβάλλουν και τα άλλα δύο μόνιμα μέλη του ΣΑ, η Γαλλία και η Βρετανία – που, παρεμπιπτόντως, συγκαταλέγονται (θεωρητικά τουλάχιστον) στους συμμάχους των ΗΠΑ. Δεν είναι τυχαίο ότι, την περασμένη Παρασκευή, ο Εμανουέλ Μακρόν σχολίασε τα σενάρια περί χρήσης βίας για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ ως «μη ρεαλιστική», ενώ μαζί με τον Κιρ Στάρμερ κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους ώστε να υπάρξει κάποιο βήμα προόδου μέσω διαπραγματεύσεων με τις χώρες της περιοχής και με το Ιράν.
Τόσο οι Μακρόν και Στάρμερ όσο και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι, πάντως, είναι υποχρεωμένοι να τηρούν λεπτές ισορροπίες πάνω σε τεντωμένο σχοινί, όπως διαπιστώνει σε ανάλυσή του και το Bloomberg. «Δηλώνοντας “αυτός δεν είναι δικός μας πόλεμος”, οι Ευρωπαίοι ακολούθησαν μια έξυπνη πολιτική τακτική (…) αλλά τελικά διαπιστώνουν ότι είναι και δική τους υπόθεση, είτε τους αρέσει είτε όχι» υπογραμμίζει.
Απειλές
Στο μεταξύ, οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν εμποδίζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ να ανταλλάσσουν τελεσίγραφα και απειλές με την ηγεσία του τελευταίου. Για του λόγου το αληθές, η νέα διορία που έδωσε ο Ντόναλντ Τραμπ στην Τεχεράνη προκειμένου να ανοίξει τα Στενά και να δεχθεί τη συμφωνία (πρακτικά συνθηκολόγηση) που της έχει παρουσιάσει εκπνέει σήμερα, με τον πρόεδρο των ΗΠΑ να κλιμακώνει τις φραστικές επιθέσεις του.
«Ανοίξτε τα γ…να Στενά, αλλιώς θα ζήσετε στην κόλαση» ήταν το νέο μήνυμα που έστειλε χθες το απόγευμα. Mάλιστα, προσδιόρισε την Τρίτη ως την ημέρα κατά την οποία θα πληγούν οι κύριες ενεργειακές υποδομές, συμπεριλαμβανομένων των πυρηνικών εγκαταστάσεων (εκείνη του Μπουσέρ δέχθηκε ήδη επίθεση το Σάββατο) – αν και αμέσως μετά πρόσθεσε ότι υπάρχει ελπίδα για συμφωνία ως σήμερα. Κι όλα αυτά, την ίδια στιγμή που το Ισραήλ διαμηνύει πως αναμένει το πράσινο φως της Ουάσιγκτον για να εξαπολύσει τα δικά του πλήγματα.
Εάν πλήξετε το δίκτυο παραγωγής και διανομής ενέργειας, τότε «ολόκληρη η περιοχή θα γίνει μια κόλαση για εσάς», ήταν η άμεση απάντηση της Τεχεράνης, η οποία εμφανίζεται αποφασισμένη να συνεχίσει τον πόλεμο όσο οι επιθέσεις δεν σταματούν. Παράλληλα, απείλησε να κλείσει και το Στενό του Μπαμ παλ-Μαντέμπ, που βρίσκεται ανάμεσα σε Τζουμπουτί και Υεμένη, αποτελώντας φυσική συνέχεια των Στενών του Ορμούζ.
Παρ’ όλα αυτά, ο υπουργός Εξωτερικών της, Αμπάς Αραγκτσί, φροντίζει να μην κλείνει την πόρτα του διαλόγου, έχοντας το βλέμμα του στραμμένο κυρίως προς τα 4 ισλαμικά κράτη της περιοχής (Πακιστάν, Αίγυπτο, Σ. Αραβία και Τουρκία), που έχουν αναλάβει ειρηνευτική πρωτοβουλία. «Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι μια ολοκληρωμένη και βιώσιμη συμφωνία για το τέλος του παράνομου πολέμου ο οποίος μας έχει επιβληθεί» δήλωσε χαρακτηριστικά.
Χωρίς ορατό τέλος
Το σίγουρο, σε κάθε περίπτωση, είναι ότι η τροπή που έχει λάβει ο πόλεμος – ο οποίος διανύει ήδη την έκτη εβδομάδα του – δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για τον τερματισμό του στο άμεσο μέλλον. Ειδικά δε η Τεχεράνη, εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, έχει κάθε συμφέρον να συνεχίσει να παίζει… καθυστέρηση, κερδίζοντας πολύτιμο χρόνο τον οποίο εκτιμά ότι αφαιρεί από τον Τραμπ ο οποίος, παρά τους διθυράμβους του, εμφανίζεται ολοένα πιο εκνευρισμένος και αναποφάσιστος, ενώ αλλάζει διαρκώς θέση.
Ολα αυτά δε, με τη σειρά τους, κάνουν δισεκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον πλανήτη, όπως και τις κυβερνήσεις δεκάδων χωρών, να αγωνιούν για τις συνέπειες μιας παρατεταμένης σύρραξης, σε μια στιγμή μάλιστα που συνεχίζεται και ο άλλος μεγάλος πόλεμος, στην Ουκρανία. Τόσο τις οικονομικές όσο και τις κοινωνικές – που, αναπόφευκτα, θα βρουν τρόπο να εκφραστούν και σε πολιτικό επίπεδο.
