Ο ΟΠΕΚΕΠΕ και η Δημοκρατία
Στην ετήσια έκθεση για την κατάσταση της Δημοκρατίας στον κόσμο, που συντάσσει εδώ και 20 χρόνια ο Economist, η Ελλάδα είναι κι εφέτος μία από τις 26 όλες κι όλες χώρες του πλανήτη που χαρακτηρίζονται «πλήρεις δημοκρατίες». Βρέθηκε για πρώτη φορά σε αυτήν τη μικρή προνομιούχο ομάδα το 2023. Ηταν στην 20η θέση τότε. Στη νέα έκθεση, για το 2025 βρέθηκε στην 24η θέση, μα παραμένει μια θέση πάνω από τη Γαλλία, δέκα θέσεις πάνω από τις ΗΠΑ, που δεν θεωρούνται καν «πλήρης δημοκρατία», και δεκατρείς θέσεις πάνω από την Ιταλία.
Μα πώς συμβιβάζεται αυτή η τόσο κολακευτική κατάταξη με το διάχυτο και αποτυπωμένο σε όλες τις δημοσκοπήσεις αίσθημα δυσαρέσκειας με τη δημοκρατία και δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς της;
Φαίνεται, πράγματι, να υπάρχει μια αντίφαση εδώ. Οι δείκτες του Economist βαθμολογούν την ποιότητα της δημοκρατίας στην Ελλάδα με 8,07/10 και την κατατάσσουν στην ελίτ των δημοκρατιών, για το 2025. Μα για την ίδια χρονιά, οι δείκτες μιας άλλης μεγάλης, ετήσιας διεθνούς έρευνας μας κατατάσσουν στην τελευταία θέση ως προς την ικανοποίηση των πολιτών από τη λειτουργία της δημοκρατίας. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με την έρευνα του Pew Research Center, το 81% των πολιτών δηλώνουν μη ικανοποιημένοι, ποσοστό υψηλότερο μεταξύ όλων των χωρών που περιλαμβάνονται στην έρευνα. Αρκετά υψηλότερο, για παράδειγμα, από της Ιταλίας, την οποία ο Economist βαθμολογεί πολύ χαμηλότερα από εμάς.
Συμβαίνει, δηλαδή, κάτι ανάλογο με αυτό που παρατηρείται στις στατιστικές για τα εισοδήματα και τη φτώχεια. Με τα στοιχεία της Eurostat, το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα, με όρους αγοραστικής δύναμης, είναι στην προτελευταία θέση στην Ευρώπη, λίγο πάνω από τη Βουλγαρία. Είμαστε στο 68,4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου απέναντι στο 68,1% της Βουλγαρίας. Μα ενώ τα πραγματικά εισοδήματα είναι σχεδόν ίδια, η αίσθηση της φτώχειας διαφέρει. Η λεγόμενη υποκειμενική φτώχεια, όπως τη μετρά η Eurostat, είναι διπλάσια στην Ελλάδα απ’ ό,τι στη Βουλγαρία. Επτά στους δέκα Ελληνες δηλώνουν ότι δεν τα βγάζουν πέρα, ότι αισθάνονται φτωχοί (67%), ενώ έτσι αισθάνονται μόνον 4 στους 10 Βούλγαρους (37%). Γιατί, λοιπόν, αισθανόμαστε τόσο φτωχότεροι από εκείνους που είναι, αντικειμενικά, τουλάχιστον εξίσου φτωχοί με εμάς;
Εχουν δοθεί διαφορετικές ερμηνείες σε αυτήν τη μεγάλη ψαλίδα ανάμεσα στην «αντικειμενική» και την «υποκειμενική» μας φτώχεια. Ο Αδωνις την αποδίδει στην γκρίνια και τη μιζέρια μας. Αλλοι την αποδίδουν, πειστικότερα, στο άνοιγμα της ψαλίδας της κοινωνικής ανισότητας. Μα ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ερμηνεία είναι εκείνη που εντοπίζει τη βασική αιτία σε έναν παραγνωρισμένο δείκτη. Τον δείκτη δημόσιας κατανάλωσης και την υστέρησή του.
Το πρόβλημα είναι ότι η δημόσια δαπάνη για κρίσιμα αγαθά, όπως η υγεία και η παιδεία, είναι χαμηλότερα έως πολύ χαμηλότερα στην Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι Ελληνες συμμετέχουν, με λεφτά από την τσέπη τους, κατά 40% σχεδόν στις δαπάνες υγείας, ποσοστό διπλάσιο σχεδόν από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Είχαν ξοδέψει 5,25 δισ. το 2020, ξόδεψαν 6,8 δισ. το 2024. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις δαπάνες για την παιδεία. Οταν, λοιπόν, με ένα ήδη χαμηλό εισόδημα πρέπει μια οικογένεια να καλύψει και εκείνα που σε άλλες χώρες προσφέρει το κράτος, η αίσθηση πως «δεν τα βγάζω πέρα» δημιουργείται, εμπεδώνεται και δικαιολογείται πολύ ευκολότερα και σε ευρύτερο κύκλο εισοδημάτων, απ’ ό,τι αλλού.
Μήπως, λοιπόν, συμβαίνει κάτι ανάλογο και με τους δείκτες ικανοποίησης από τη δημοκρατία; Μπορεί ο Economist να μετρά επιδόσεις σε 60 διαφορετικούς δείκτες που αφορούν το αδιάβλητο των εκλογών και τον πολιτικό πλουραλισμό, την πολιτική συμμετοχή, τη γενική πίστη στα ιδανικά της δημοκρατίας, το επίπεδο ελευθερίας της έκφρασης ή τα επίπεδα διαφάνειας και συνολικά να παίρνουμε υψηλή βαθμολογία. Μα όταν αποτυπώνεται η «υποκειμενική» αποτίμηση των θεσμών, ο βαθμός ικανοποίησης από τη δημοκρατία, εκείνο που μετρά είναι μόνον ένα: η εμπιστοσύνη και η αίσθηση συμπερίληψης. Και ως προς αυτό, τα δεδομένα, από πλήθος μετρήσεων, είναι αποκαρδιωτικά. Το 97% των πολιτών θεωρεί ότι η διαφθορά είναι «πολύ ή αρκετά διαδεδομένη στη χώρα», σύμφωνα με μια έρευνα της KAPA research. Και η εμπιστοσύνη απέναντι στη Βουλή, τα κόμματα, τη δικαιοσύνη ή τα μέσα ενημέρωσης βρίσκεται στα χαμηλότερα, σε ευρωπαϊκή κλίμακα επίπεδα.
Η εμπιστοσύνη είναι το πιο πολύτιμο εν ανεπαρκεία αγαθό στην Ελλάδα των τελευταίων πολλών χρόνων. Η εμπιστοσύνη προς τους άλλους ανθρώπους, γενικά, από 21% που ήταν προ κρίσης, έπεσε στο 8% το 2017 και μετρήθηκε στο 14% πέρυσι (έρευνα αξιών ΔιαΝΕΟσις). Αντίστοιχα μειώθηκε (και ελάχιστα ανέκαμψε) η εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Υψηλή εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση, σύμφωνα με έρευνα της Metron, είχε πέρυσι το 15% των συμπολιτών, στα ΜΜΕ το 8%, στα συνδικάτα το 7% και στα πολιτικά κόμματα μόνον το 6%.
Αν, λοιπόν, δει κανείς το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ από αυτήν την οπτική γωνία, γίνεται πιο καθαρή η εικόνα. Πιο καθαρή και η έκταση της ηθικής βλάβης που προκαλείται. Γίνεται φανερό και το μέγεθος της ανοησίας που διαπράττουν όσοι απαξιώνουν τις αντιδράσεις στις αποκαλύψεις με επιχειρήματα του τύπου «έλα μωρέ, πώς κάνετε έτσι; Πώς πέφτετε από τα σύννεφα; Τώρα μάθατε ότι στην Ελλάδα βασιλεύει το ρουσφέτι;». Σαν να μην έχουν καταλάβει ότι ανάμεσα στο χθες και το σήμερα έχει μεσολαβήσει ένα καταλυτικό γεγονός που συνέτριψε την πολιτική και κοινωνική εμπιστοσύνη κι άλλαξε εκ θεμελίων τόσο τις προσδοκίες των πολιτών όσο και το μέτρο με το οποίο αποτιμούν τους πολιτικούς και την πολιτική: Το γεγονός της χρεοκοπίας. Σαν να μην έχουν καταλάβει, δηλαδή, πόσο εύθραυστη έχει γίνει μετά τη σκληρή δεκαετία της κρίσης, η σχέση των πολιτών, όχι απλώς με την πολιτική και τους πολιτικούς, μα με τη δημοκρατία την ίδια.
