Book clubs από τον Εβρο έως την… Οπρα – Στόχος είναι ένας να γίνουν τα βιβλία μέρος της καθημερινής κουβέντας
Λέσχες ανάγνωσης με χιλιάδες μέλη. Δημοσιεύσεις για βιβλία που γίνονται viral. Εκδόσεις που εξαφανίζονται από τα ράφια μέσα σε λίγες ώρες. Συζητήσεις για θέματα που ξεπηδούν μέσα από τις σελίδες κι απασχολούν. Αυτά είναι τα συστατικά των book clubs των σελέμπριτι, των κοινοτήτων αναγνωστών που έχουν δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια ηθοποιοί, τραγουδιστές και τηλεπαρουσιαστές στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού για να μοιραστούν την αγάπη τους για το διάβασμα με τους θαυμαστές τους. Καθένα από αυτά έχει τη δική του ταυτότητα, άλλοτε πιο λογοτεχνική, άλλοτε πιο εμπορική. Ολα όμως μοιράζονται τον ίδιο στόχο: να κάνουν τα βιβλία μέρος της καθημερινής κουβέντας.
Διάσημες βιβλιοφάγοι
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου book club είναι το Service95 της Ντούα Λίπα. Μέσω της επίσημης ιστοσελίδας του, η τραγουδίστρια της ποπ εδώ και τρία χρόνια μοιράζεται τα βιβλία που διαβάζει κάθε μήνα, όπως τον Ιούνιο το «Having spent life seeking» του Κέι Τέμπεστ, παίρνει συνεντεύξεις από γνωστούς συγγραφείς όπως ο βραβευμένος με Booker Ντέιβιντ Σόλοϊ και η νομπελίστρια Ολγκα Τοκάρτσουκ, κάνει την κριτική της πάνω στις νέες κυκλοφορίες και μεταφέρει ειδήσεις από τον χώρο της λογοτεχνίας.
Αντίστοιχη τακτική ακολουθεί τα τελευταία οκτώ χρόνια και η Ρις Γουίδερσπουν στο συνδρομητικό club της, την πρώτη Τρίτη κάθε μήνα, που αναδεικνύει βιβλία με γυναίκες πρωταγωνίστριες αλλά και τις δικές της συγγραφικές προσπάθειες όπως το θρίλερ «Gone before goodbye». Αντίθετα, η Γκουίνεθ Πάλτροου χρησιμοπoίησε την πλατφόρμα της Goop για να επικοινωνεί τους τίτλους που διάβαζε κάθε μήνα, όπως το «Εγκλημα και τιμωρία» του Φιόντορ Ντοστογέφσκι που χαρακτήρισε ένα από τα αγαπημένα της έργα.
Μέσα από την τηλεοπτική της εκπομπή γεννήθηκε το 1996 το book club της Οπρα Γουίνφρι, το πρώτο του είδους που έφτασε τον περασμένο μήνα να πουληθεί στην Amazon. Αξιοποιώντας τα διαφορετικά της μέσα, η τηλεπαρουσιάστρια κάθε μήνα προτείνει νέους συγγραφείς κι έργα. Λόγω της δημοφιλίας της, αρκετές κυκλοφορίες στη συνέχεια έγιναν best seller ή διακρίθηκαν, όπως «Ο δρόμος» του Κόρμακ Μακάρθι που βραβεύτηκε με Πούλιτζερ. Το «φαινόμενο Οπρα» άλλαξε την εκδοτική βιομηχανία της Αμερικής, βοηθώντας 70 τίτλους να πουλήσουν περισσότερα από 55 εκατομμύρια αντίτυπα.
Ως κομμάτι της εταιρείας παραγωγής TeaTime της Ντακότα Τζόνσον λειτουργεί από τον Απρίλιο του 2024 το ομώνυμο book club της ηθοποιού. Τα μέλη του λαμβάνουν κάθε μήνα άρθρα για επιλεγμένα βιβλία, κυρίως σύγχρονης λογοτεχνίας, συνεντεύξεις με συγγραφείς και συνοδευτικό υλικό. Συνεργάζεται δε με μικρά ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία που διαθέτουν προς πώληση τους προτεινόμενους από εκείνη τίτλους. Με την πρόθεση να βρει εκδόσεις που «εμβαθύνουν τη σύνδεσή μας με τον εαυτό μας και μεταξύ μας», μπήκε το 2021 η Νάταλι Πόρτμαν στον χορό των λεσχών ανάγνωσης. Μέσω newsletter ενημερώνει τα μέλη της για τις νέες ενδιαφέρουσες κυκλοφορίες, όπως «The Beginning Comes After the End: Notes on a World of Change» της Ρεμπέκα Σόλνιτ, προτείνει κείμενα που αξίζει κάποιος να διαβάσει και συνομιλεί με συγγραφείς.
Το Μπλε Αλώνι
Μακριά από τα ψηφιακά book clubs των αστεριών της βιομηχανίας του θεάματος, με τα hashtags και τους εκατομμύρια ακολούθους, υπάρχουν κι εκείνα που λειτουργούν πιο απλά αλλά και ουσιαστικά. Παρέες ανθρώπων συναντιούνται σε καφετέριες, μικρά βιβλιοπωλεία και πολυχώρους για να συζητήσουν το ίδιο βιβλίο, να ανταλλάξουν απόψεις και να μοιραστούν στιγμές μακριά από οθόνες κι αλγόριθμους. Κάπως έτσι γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 2022 στη Θεσσαλονίκη η ιδέα για το Μπλε Αλώνι, μια λέσχη ανάγνωσης που σήμερα έχει εξελιχθεί σε ολόκληρο δίκτυο, διατηρώντας ομάδες της σε οκτώ πόλεις.
«Οι ομάδες λειτουργούν διαφορετικά η μία από την άλλη. Σε κάποιες, το κάθε μέλος διαλέγει διάφορα βιβλία του συγγραφέα και μαζευόμαστε να συζητήσουμε σαν να τα παρουσιάζει ο ένας στον άλλον. Το πιο συνηθισμένο είναι να διαλέγουν ένα βιβλίο που διαβάζουν όλοι. Υπάρχουν όμως και πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως στο Ορμένιο του Εβρου. Εκεί, δύο με τρία άτομα διαβάζουν τα βιβλία και στη συνέχεια κάνουν μια παρουσίαση με απλό τρόπο σε 40 γυναίκες μεγάλης ηλικίας που συγκεντρώνονται κι ακούγοντάς τους μαθαίνουν καινούργια πράγματα. Είναι μια ιδέα ευέλικτη ώστε να καλύψει τις ανάγκες μικρότερων ή μεγαλύτερων ομάδων. Είμαστε σε επικοινωνία μεταξύ μας είτε μέσω online δράσεων είτε με φυσική παρουσία, όπως στο καταφύγιο ανάγνωσης που διοργανώνουμε το καλοκαίρι», αναφέρει η Χριστίνα Βουμβουράκη, συντονίστρια του δικτύου.
Πίσω από κάθε μηνιαία συνάντηση υπάρχει πάντα το ερώτημα του ποιο θα είναι το επόμενο βιβλίο. Κάποιες λέσχες όπως στην Καβάλα ακολουθούν θεματικές ενότητες, ενώ δεν είναι λίγες εκείνες που αναζητούν κάθε φορά κάτι διαφορετικό. «Καταρχήν γίνεται μια επιλογή ονομάτων για τα οποία μπορούμε να βρούμε υλικό. Μερικές φορές διαλέγουμε ανάλογα με την επικαιρότητα ή αν κάτι συνδέεται με την πόλη, όπως στη Βίτσα Ιωαννίνων όπου ξεκινήσαμε με τον Μιχάλη Γκανά, έναν τοπικό συγγραφέα που στην πραγματικότητα είναι πανελλήνιος. Αλλες φορές επιλέγουμε κάποιον που έχει γράψει τόσο ποιήματα όσο και πεζά. Αυτό θα κάνουμε στη Θεσσαλονίκη στην επόμενή μας συνάντηση, όπου θα ασχοληθούμε με τον Σεφέρη κι ο καθένας μπορεί να διαλέξει τι του ταιριάζει περισσότερο ή δεν έχει διαβάσει από την πεζογραφία, τα δοκίμια και τα ημερολόγιά του. Σε κάποιες συναντήσεις έχουμε καλεσμένους, όχι τους ίδιους τους συγγραφείς αν είναι εν ζωή, αλλά κάποιον άλλον για να μιλήσει γι’ αυτούς», επισημαίνει η συντονίστρια του Μπλε Αλωνιού.
«Χρειάζονται την επαφή»
Σε κάθε λέσχη, άνθρωποι διαφόρων ηλικιών κι εμπειριών συναντιούνται γύρω από ένα βιβλίο κι ανοίγουν συζητήσεις που ξεπερνούν τη λογοτεχνία. «Χρειάζονται την επαφή, κι είναι αυτός ωραίος τρόπος να την έχεις. Οταν μιλάς για κάτι, για το πώς το βλέπεις εσύ, βγάζεις τον εαυτό σου με ασφαλή τρόπο χωρίς να εκτίθεσαι. Εχω δει πολύ ωραίες παρέες να γίνονται μέσα από τέτοιες καταστάσεις κι έρωτες. Ενώνει η επικοινωνία, η επαφή, με κάτι που αγαπάς. Είναι αυτό που ρίχνει την άμυνα, επειδή έχεις κάτι κοινό με τον άλλο κι είναι πιο εύκολο να τον θεωρήσεις δικό σου άνθρωπο. Ακόμα κι όταν είναι ψηφιακές οι λέσχες, υπάρχει η αίσθηση ότι έχεις κάτι κοινό με τον άλλο. Δεν είναι απλά μία δραστηριότητα που βρίσκεσαι σ’ έναν χώρο. Είναι το αντίστοιχο του να πηγαίνεις στο γήπεδο αλλά με άλλο ενδιαφέρον, άλλο πυρήνα. Το πρόβλημα της εποχής είναι κυρίως ότι αυτοί που διαβάζουν πολύ έχουν μια κόπωση από την πολλή πληροφορία και τις οθόνες και δεν μπορούν να συγκεντρωθούν. Αρα το να έρθουν σε μια λέσχη είναι μια αφορμή για να ασχοληθούν λίγο παραπάνω», τονίζει η Χριστίνα Βουμβουράκη.
Μία ώρα διαβάσματος σε σιωπή
Λίγες στιγμές μακριά από τις οθόνες αλλά κοντά στις σελίδες κάποιας έκδοσης αναζητούν και τα μέλη της Silent Readers Society, της πρώτης σιωπηλής λέσχης ανάγνωσης που λειτουργεί στη χώρα μας από τον περασμένο Νοέμβριο. «Οταν διαβάζεις στη σιωπή, μπορείς να συγκεντρωθείς καλύτερα σε αυτό που διαβάζεις. Επειδή έχουμε πολύ ισχυρούς αντιπερισπασμούς εξαιτίας του κινητού και των social media, όταν κάθεσαι σπίτι σου μόνος σου, πολλές φορές δεν τα καταφέρνεις. Οταν υπάρχουν γύρω σου κι άλλοι άνθρωποι, έχεις ένα κίνητρο επιπλέον για να συγκεντρωθείς και να βγάλεις περισσότερες σελίδες», δηλώνει από την πλευρά της η Μαργιάννα Χύμου, συντονίστρια του book club.
Το ραντεβού δίνεται κάθε Τετάρτη στις 18.00 στον πολυχώρο Κίγκο στη Βικτώρια, όπου για δύο ώρες στο υπόγειο έως και 12 άτομα συγκεντρώνονται για να διαβάσουν σιωπηλά. «Στις συναντήσεις μας έχουμε κανόνες. Τα κινητά μένουν στο αθόρυβο και δεν χρησιμοποιούμε συσκευές με φωτεινότητα. Ουσιαστικά κάνουμε μία ώρα διαβάσματος σε σιωπή, όπου ο καθένας ασχολείται με όποιο βιβλίο θέλει. Στο τέλος, όσοι θέλουν μπορούν να συμμετάσχουν στη συζήτηση μιλώντας γι’ αυτό που διάβασαν. Ετσι κανείς ενδέχεται να ενδιαφερθεί για κάποιο βιβλίο που δεν γνώριζε», λέει η ίδια. «Ερχονται αρκετοί φοιτητές, νεαροί 20-22 ετών αλλά και μεγαλύτεροι, 55-60 ετών, που ενδιαφέρονται γιατί το βλέπουν ως κάτι διαφορετικό και θέλουν να δοκιμάσουν πώς είναι. Είναι σίγουρα άνθρωποι που τους αρέσει το βιβλίο και να διαβάζουν. Και γίνεται αυτό αφορμή για να κοινωνικοποιηθούν. Αν και δεν είναι απαραίτητο να μιλήσουν μεταξύ τους και μπορεί να το επιλέξουν όσοι είναι πιο εσωστρεφείς, έχω δει να γίνονται παρέες, να κάθονται έξω στην αυλή και να συζητούν όχι μόνο για βιβλία», παρατηρεί η Μαργιάννα Χύμου. «Το τελευταίο διάστημα προτιμούν κυρίως την επιστημονική φαντασία με βιβλία του Φίλιπ Κ. Ντικ αλλά και του Λάσλο Κρασναχορκάι, λόγω του Νομπέλ ίσως. Αλλά και πολιτικά έργα όπως του Μπακούνιν για την αναρχία. Δεν διαβάζουν όμως έλληνες συγγραφείς. Εμείς έχουμε ανοιχτή βιβλιοθήκη, από την οποία μπορεί κάποιος να δανειστεί βιβλίο για να το διαβάσει εκείνη την ώρα. Οι περισσότεροι έχουν συγκεκριμένα βιβλία που διαβάζουν εδώ, και μάλιστα φέρνουν όσα δεν μπορούν να τελειώσουν. Στο σπίτι τους πιάνουν άλλα», καταλήγει.
