Πώς ενισχύονται τα άκρα
Οι ταραχές στο Μπέλφαστ και ιδίως το πογκρόμ κατά σπιτιών μεταναστών, περιστατικά που θυμίζουν μεσοπολεμική Γερμανία, δεν είναι απλώς απλά βίαια επεισόδια αγανάκτησης με αφορμή μια εγκληματική απόπειρα ενός μετανάστη κατά ενός γηγενούς. Είναι ένα ακόμη σημάδι ότι η Βρετανία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που οι πολιτικές της ελίτ αρνούνται εδώ και χρόνια να αντιμετωπίσουν με ειλικρίνεια τη σχέση ανάμεσα στη μαζική μετανάστευση, την εθνική συνοχή και τη δημοκρατική νομιμοποίηση. Μάλιστα, δεν είναι αποκλειστικά βρετανικό πρόβλημα.
Τα επεισόδια είναι ακροδεξιάς κοπής, δεν χωράει αμφιβολία. Η βιαιότητά τους και η στόχευσή τους οδηγεί στον Φάρατζ και σε πολιτικά σχήματα εσωστρέφειας και ξενοφοβίας. Ωστόσο, δεν είναι μια περιθωριακή αντίδραση των άκρων. Ο βρετανός δημοσιογράφος και συγγραφέας Ντέιβιντ Γκούτχαρτ, βαθύς γνώστης της Βρετανίας, εξηγεί στη «Figaro» ότι στη Βόρεια Ιρλανδία κατά της μετανάστευσης συμμαχούν προτεστάντες και καθολικοί. Κι αυτό λέει πολλά.
Λέει πολλά, δηλαδή, ότι η ξενοφοβία καταργεί παλιότερες διαιρέσεις παράγοντας πολιτικά αποτελέσματα. Ο φόβος του Αλλου στη Βρετανία, και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, δεν μπορεί να μην υποχρεώσει τους πολιτικούς να σκεφτούν τι έκαναν λάθος και να αντιδράσουν – πριν κερδίσουν έδαφος οι κραυγές της εθνικής καθαρότητας και των πογκρόμ. Ο Φράνσις Φουκουγιάμα έχει επισημάνει ότι η πολιτική της εποχής μας δεν οργανώνεται πλέον γύρω από τις κοινωνικές τάξεις αλλά γύρω από τις ταυτότητες. Το αίτημα για αναγνώριση έχει μετατραπεί σε κεντρική κινητήρια δύναμη της πολιτικής ζωής. Ομως, η ανάγκη αναγνώρισης δεν αφορά μόνο τις μειονότητες· αφορά και τις πλειοψηφίες, όταν αισθάνονται ότι κινδυνεύουν.
Η μεγάλη επιτυχία της μεταπολεμικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ήταν ότι απευθυνόταν στους πολίτες ως πολίτες – σε ένα σύνολο ατόμων με δεδομένα δικαιώματα και δεδομένες υποχρεώσεις. Η μεγάλη αποτυχία της ίδιας φιλελεύθερης δημοκρατίας των τελευταίων δεκαετιών ήταν ότι άρχισε να αντιμετωπίζει τους πολίτες ως μέλη επιμέρους ομάδων, κοινοτήτων και ταυτοτήτων – που προσπαθούν να δημιουργήσουν στάτους, διαχωριστικά, με βάση τις διεκδικήσεις της ταυτότητάς τους. Ο φιλελευθερισμός των ταυτοτήτων, εξηγεί ο Μαρκ Λίλα, «εξόρισε τη λέξη «εμείς» από τον αξιοσέβαστο πολιτικό λόγο». Οταν ταυτοτικές ομάδες, στο όνομα της θρησκείας, της σεξουαλικότητας ή κάποιων πολιτισμικών χαρακτηριστικών ριζοσπαστικοποιούνται, κάθε βίαιη πράξη αμφισβήτησης καθιερωμένων τρόπων ζωής και αξιών αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Και αν η ριζοσπαστικοποίηση της ταυτότητας γεννά βία, η απάντηση μπορεί να είναι εξίσου ή και περισσότερο βίαιη.
Η περίπτωση της Βρετανίας είναι χαρακτηριστική. Για χρόνια όποιος έθετε το ζήτημα της κλίμακας των μεταναστευτικών ροών, της ικανότητας απορρόφησης τους από τις τοπικές κοινωνίες ή των δυσκολιών ενσωμάτωσης αντιμετωπιζόταν ως αντιδραστικός και ιδεολογικά ύποπτος. Εγκαταλείφθηκε έτσι μια βασική στρατηγική, συχνά απέναντι σε ταυτότητες, δομικά επιθετικές και απροσάρμοστες: η προτεραιότητα του ελέγχου και των στρατηγικών ενσωμάτωσης.
Η πολυπολιτισμικότητα, ως μοντέλο που κυριάρχησε, ως συστατικό προοδευτισμού, μαζί με την αντιαποικιακή ερμηνεία των κοινωνιών και την επιθετική πολεμική κατά των λευκών, παρακάμπτει συστηματικά αυτές τις δύο προϋποθέσεις. Υπέθεσε ότι διαφορετικές κοινότητες μπορούν να συνυπάρχουν επ’ αόριστον χωρίς να συγκροτούν μια ευρύτερη πολιτική κοινότητα. Σήμερα βλέπουμε τα όριά της. Ο Φουκουγιάμα το έχει διατυπώσει καθαρά: ο σημερινός δυτικός κόσμος, οι σύγχρονες δημοκρατίες χρειάζονται μια συμπεριληπτική εθνική ταυτότητα. Αρκετά ισχυρή, ώστε να ενσωματώνει τους νεοεισερχόμενους, και αρκετά ανοιχτή, ώστε να μην αποκλείει κανέναν. Αν δεν καταφέρουν να συγκροτηθούν σε αυτή την κατεύθυνση, τα άκρα καραδοκούν.
Συντεταγμένη ορμή
Ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης, που χθες εξελέγη διά βοής νέος γραμματέας της ΝΔ με στόχο την εκλογική συσπείρωση του κόμματος, προέρχεται από το ιδεολογικό στρατόπεδο μιας σύγχρονης εκδοχής του εθνοκεντρισμού. Στο παρελθόν τον είχα επικρίνει για διάφορες ακραίες στάσεις του – με αποκορύφωμα την περιφρονητική αντιμετώπιση ενός στρατοπέδου παράνομων μεταναστών.
Αλλά από τότε έχει περάσει πολύς καιρός. Ο άλλοτε φανατικός με τις ιδέες του νεολαίος της συντηρητικής παράταξης μπήκε στην κεντρική πολιτική σκηνή, εκεί όπου πρωτίστως μαθαίνεις να μην είσαι απόλυτος και, στη συνέχεια, η πείρα σε οδηγεί περισσότερο να πράττεις παρά να σχολιάζεις με την έπαρση οπαδού. Σε κυβερνητικό επίπεδο του ανατέθηκαν δυο δύσκολες δουλειές, το κτηματολόγιο και οι συγκοινωνίες – τα αστικά λεωφορεία και τα τρένα. Κινήθηκε ουσιαστικά, με εργατικότητα. Η έξοδός του στο κόμμα πρέπει πρωτίστως να είναι αποτέλεσμα αυτών των καλών εντυπώσεων που έχει δώσει.
Οταν ήμουν νέος και αψύς, θυμάμαι πόσο με είχε επηρεάσει ένας στίχος του Τίτου Πατρίκιου: «είναι πολύ νωρίς για μια γεροντική σοφία». Για τον Κυρανάκη, ο στίχος αυτός, σήμερα, θα μπορούσε να γραφτεί: «είναι πολύ αργά για τη νεανική έξαψη». Στη νέα του αρμοδιότητα απαιτείται ωριμότητα. Το στοίχημα, να είναι ταυτόχρονα ορμητικός και να κρατάει τις αποστάσεις από τον φανατισμό, πλέον μπορεί να το κερδίσει.
