Παναγιώτης Κανελλόπουλος: Το «μέγεθος» τον κατέτρεχε σε όλη του τη ζωή
Γράφει ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ σε ένα δοκίμιό του με τον τίτλο «Η δύναμη της αγάπης», ανάμεσα σε άλλα: «Ευτυχώς που ο Χριστός είπε «Αγαπάτε αλλήλους» και δεν είπε «Εκτιμάτε αλλήλους», αφού υπάρχουν άνθρωποι που είναι αδύνατον να τους εκτιμήσεις, μπορείς όμως να τους αγαπήσεις». Μπορεί όταν το είπε ο Χριστός να ήταν η πιο επιτακτικά χρειαζούμενη κουβέντα για την εποχή Του, όμως ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, με την πείρα των αιώνων που στο μεταξύ είχε αποκτηθεί, θα μπορούσε να έχει προσθέσει ότι υπάρχουν άνθρωποι που μπορείς να τους εκτιμήσεις, αλλά δεν μπορείς να τους αγαπήσεις.
Οπως ενδεχομένως θα είχε συμβεί αν είχε γνωρίσει τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο που σε χιλιάδες χιλιάδων σελίδες του γραμμένες και δημοσιευμένες είτε σε βιβλία είτε σε περιοδικά και εφημερίδες, με τη μορφή μελετών, δοκιμίων και άρθρων, μπορείς να πληροφορηθείς και να μάθεις τα πάντα, είτε πρόκειται για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και τον ελληνικό Εμφύλιο, τον Θωμά Ακινάτη και την Κατίνα Παξινού είτε για το τι φρονούσαν κατά θυμόν και κατά φρένας ο Ουίνστον Τσώρτσιλ για τον Ιωσήφ Στάλιν, ή ο Κωνσταντίνος Καραμανλής για τη βασίλισσα Φρειδερίκη, αλλά σε καμιά σελίδα του (ούτε καν στα ποιήματά του που δημοσίευσε με το ψευδώνυμο «Αίμος Αυρήλιος» και, όπως ο ίδιος ομολογεί, δεν πρόκειται παρά για στοχασμούς με τη μορφή στίχου), δεν θα διακρίνεις το ράγισμα ή τη χαραμάδα για να έρθεις σε επαφή με την εντελώς προσωπικής κοπής οδύνη ενός ανθρώπου.
Οσο και αν συνειδητοποιείς τη σημασία γεγονότων, όπως το να έχει καταφύγει κανείς, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, στη Μέση Ανατολή, ή, τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου του 1967, όντας πρωθυπουργός της χώρας, να έχουν εισβάλει στο υπνοδωμάτιό του οι στρατιωτικοί, τους άλλους τους αγαπάς για τις δοκιμασίες τους που συμβαίνει να μοιράζονται μαζί σου και δεν έχουν ως μάρτυρά τους έναν ολόκληρο λαό. Ακόμα και σε επίπεδο προσωπικής επικοινωνίας, όταν ο Π. Κανελλόπουλος ήθελε να κάνει τον οποιονδήποτε να αισθανθεί το μέγεθος της ευθύνης που αναλάμβανε για μια εντελώς ιδιωτικής φύσεως πρωτοβουλία του, δεν περιοριζόταν σε μια φιλική παρότρυνση, αλλά λέγοντάς του πως «η ολοκλήρωσή της επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων». Μια αντίδραση απολύτως σύμφωνη με την έννοια του «μεγέθους» που φαίνεται να τον κατέτρεχε σε όλη του τη ζωή και που υπήρξε άλλωστε – θα πρέπει τουλάχιστον – η επιλογή της πολιτικής ως του δεύτερου πόλου, αν όχι του πρώτου, για μια σταδιοδρομία που είχε συλληφθεί, παιδιόθεν, σε αναφορά με «τα κοινά», υπηρετημένα είτε από την πολιτική και την ακαδημαϊκή είτε από τη συγγραφική σκοπιά.
Δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς, ή μάλλον να αποφανθεί με ασφάλεια, σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του, αν η ιστορική κρίση όπως έχει, ή τείνει να διαμορφωθεί γι’ αυτόν, αναγνωρίζει ως αποδοτικότερη την προσφορά του ως πολιτικού ή ως συγγραφέα. Ο ίδιος πάντως φαίνεται να μη διαχωρίζει τις δύο αυτές δραστηριότητες, αντίθετα να τις θεωρεί, αν όχι ταυτόσημες, οπωσδήποτε συγγενικές, καθώς σε μια απολύτως ψύχραιμα διατυπωμένη «εξομολόγησή» του, μας είχε πει στα 1975: «Τα δραματικά πολιτικά γεγονότα του 1935 μου επέβαλαν να πάρω θέση. Τερματίστηκε απότομα η ακαδημαϊκή σταδιοδρομία μου και μπήκα στην πολιτική. Αυτή όμως δεν με απομάκρυνε από τη γενική πνευματική αποστολή μου.
Εγινε μάλιστα το αντίθετο. Διευρύνθηκε, από τότε, το παιδαγωγικό και συγγραφικό έργο μου. Τα πρώτα βήματα που εξασφάλισαν τη συνύπαρξη μέσα μου του πολιτικού και του συγγραφέα (χωρίς να παρενοχλεί ο ένας τον άλλο) τα διευκόλυνε η σχεδόν τετράχρονη εξορία μου στην περίοδο της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Οσα έγραψα στα νησιά της εξορίας μου, και από τότε ως τα σήμερα, σαράντα ολόκληρα χρόνια, είναι ό,τι περισσότερο μπορούσα να δώσω».
Δεν χρειαζόταν η εξομολόγηση αυτή για να συνειδητοποιήσουμε πόσο ταυτόχρονα με την έννοια του «μεγέθους» όπως σημειώσαμε ήδη, επιτακτική παρέμενε η έννοια της «προσφοράς» σε βαθμό ώστε να παρακινείται σε μια άμεση μορφή δράσης, όπως είναι η πολιτική, ένας άνθρωπος αναγνωρισμένος, χωρίς κανενός είδους επιφύλαξη, ως «πνευματικός» που θα μπορούσε να έχει σταδιοδρομήσει, χωρίς να έχει μετακινηθεί από το γραφείο του.
Με όσα ερωτηματικά και αν δημιουργούνται σε σχέση με το τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο που ομολογεί απερίφραστα τον σεβασμό του στην «ασάλευτη ζωή» του Κωστή Παλαμά, να θέλει να διακριθεί ως άνθρωπος της δράσης και μάλιστα όχι μόνον της πολιτικής, αλλά πιλοτάροντας ακόμα και αεροπλάνο, όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος (εξαιρετικός αφηγητής, γινόταν ακόμη συναρπαστικότερος όταν τον άκουγες να εξιστορεί πως μετά την πτώση του με το αεροπλάνο που οδηγούσε, ζήτησε αμέσως, αφού διαπίστωσε πως δεν είχε τραυματιστεί, να οδηγήσει ένα άλλο αεροπλάνο ώστε να μην προλάβει ο φόβος που είχε αισθανθεί με την πτώση του να ριζώσει μέσα του).
Βέβαια, όσο και αν για τη διερώτηση πώς γεφυρώνεται η απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο της δράσης και τον πνευματικό ταγό, όπως φιλοδοξούσε να είναι ο Π. Κανελλόπουλος, αφορά σε έναν προβληματισμό που μόνον ο ίδιος θα μπορούσε να απαντήσει, για μια άλλη εξίσου μεγάλη διαφορά μάλλον είναι η «κοινή γνώμη», στην εκλεκτότερή της προοπτική, που θα όφειλε να αποφανθεί. Εννοούμε πώς γίνεται ένας ποιητής, όπως ο Γιάννης Κοντός, σε ένα ποίημά του με τον τίτλο «Παλαιά βυζαντινή εικόνα», να τον έχει χαρακτηρίσει ως «περισπωμένη της ψυχής μου» και ο ίδιος αυτός πνευματικός δημιουργός και πολιτικός να έχει χαρακτηρίσει τη Μακρόνησο (τόπο εξορίας των κομμουνιστών) ως «σύγχρονο Παρθενώνα»; Ή πώς γίνεται ο ίδιος αυτός άνθρωπος που ορκιζόταν σε «εχέμυθους» δημιουργούς όπως ο ποιητής Δημήτρης Καπετανάκης και ο φιλόσοφος Ντίμης Αποστολόπουλος, να τον μεταφέρουν στους ώμους τους στην Πανεπιστημίου, στη διάρκεια των Ιουλιανών, έξαλλοι οπαδοί της ΕΡΕ;
