Δημήτρης Ζμπέκος στα «ΝΕΑ»: Δεν ήθελα να πεθάνω πάνω σε ένα πάλκο
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος των Ζιγκ Ζαγκ, γράφει πάντα και παίζει μουσική και παρότι διατηρεί σχέση «ερασιτέχνη» με το είδος, μπαίνοντας και βγαίνοντας όποτε το θελήσει. Ο Δημήτρης Ζμπέκος με βαθιά γνώση και ένστικτο στην Τέχνη μιλάει έπειτα από πολύ καιρό.
Γεννηθήκατε…
Στην Αγία Τριάδα Τρικάλων.
Οι γονείς σας;
Δεν είχαν περιουσία στο χωριό και αναγκάζονταν να τρέχουν με τη σεζόν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Αλλες φορές για βαμβάκια, άλλες φορές για καπνά, άλλες φορές για ελιές. Τελικά μετανάστευσαν στο Βερολίνο.
Πάτε και εσείς;
Πήγαινα τα καλοκαίρια και στις διακοπές μου. Πήγα για σπουδές. Το 1978. Στο Δυτικό Βερολίνο που ήταν η μητρόπολη του κόσμου. Πολύ προχωρημένο, δηλαδή ήταν εκείνη η εποχή που είχε βγει το punk ας πούμε. Η πρώτη μου συναυλία – την οφείλω στους αδελφούς Κατσιμίχα – ήταν ο Μάικ Ολντφιλντ. Οι Γερμανοί ένιωθαν ένοχοι για αυτό που είχε συμβεί στον πλανήτη, εννοώ τον Πόλεμο. Ηταν ανθρώπινοι.
Πότε γνωρίζετε, τους αδελφούς Κατσιμίχα;
Γνώρισα πρώτα τον Χάρη, ο οποίος είχε έρθει στο Βερολίνο για μεταπτυχιακά, αλλά κυρίως για να ζήσει κι αυτός, φαντάζομαι, το ευρωπαϊκό και το βερολινέζικο όνειρο. Ηταν μια πόλη που δεν σε άφησε να χαλαρώσεις καθόλου. Τα ερεθίσματα ήταν εκεί, οι σφαίρες ήταν στο Τείχος. Από εκεί όπου μέναμε ήταν στα δύο χιλιόμετρα το μπούνκερ του Χίτλερ, η καγκελαρία. Παίζαμε μπάλα μπροστά στην καγκελαρία. Υπήρχε μια αλάνα. Ολοι εκεί ξένοι. Εμένα το Βερολίνο με έκανε να αγαπήσω όλο τον κόσμο. Ο Χάρης είχε ένα γκρουπ το οποίο λεγόταν Τριλογία, το οποίο κατά καιρούς έπαιζε σε διάφορα κλαμπάκια. Εκείνη την εποχή είχε φύγει το τρίτο μέλος που ήταν ο Νίκος ο Μαρουλάκης ο σκιτσογράφος. Τα παιδιά είδαν σε μένα, ίσως και λόγω της φιλίας μας, κάτι που συμπλήρωνε αυτό που τους έλειπε: Ο κόσμος ήθελε και λίγο μπουζούκι. Εγώ έπαιζα μπουζούκι. Εμαθα στο Βερολίνο και είχαμε κάνει μια σκηνή σε ένα μαγαζί που λεγόταν Λημέρι. Τα παιδιά ήδη από τότε είχαν ξεχωρίσει την κατεύθυνση που ήθελαν. Αυτό μου άνοιξε τα μάτια.
Σας καθορίζουν οι Κατσιμιχαίοι;
Οι αδερφοί Κατσιμίχα διαμόρφωσαν αυτό που είμαι. Η σκέψη τους και η σκέψη του Δυτικού Βερολίνου.
Γυρίζετε Ελλάδα;
Γυρίζω το 1983-84. Παίζω στα Εξάρχεια και είχα φέρει μαζί μου έναν διάσημο σήμερα τούρκο βιολιστή, τον Σενίχ. Μαζί ξεκινήσαμε δύο χειμώνες στο Ταξίμι. Ξαφνικά εισβάλλει στη ζωή μας ο Στέφανος ο Οικονόμου από το Χάραμα της Πάτρας. Εψαχνε μια διάδοχη κατάσταση των Παιδιών της Πάτρας, οι οποίοι είχαν κάνει την επιτυχία τους και κατέβηκαν Αθήνα. Ο Στέφανος παίρνει εμένα με τον Τούρκο και πάμε κάτω. Εχει φέρει και τον Γιώργο Ξηντάρη, τον Γιώργο Καλαφάτη, τον Μεξαντωνάκη. Εγώ είχα φέρει μαζί μου τη Χρυσούλα Χριστοπούλου από το Βερολίνο. Ξεκινήσαμε στο Χάραμα. Ημασταν στην πορεία ένας πυρήνας των τριών: εγώ, ο Γιώργος ο Σαρρής και ο Δημήτρης Παρασκευόπουλος. Ετσι κάναμε τον πρώτο δίσκο. Τραγουδούσε μαζί μας και ο Χρήστος ο Στυλιανέας. Μέσα μου ήταν το σαράκι να κάνουμε γκρουπ. Το είχαν όμως και τα άλλα παιδιά. Ο Στέφανος μας στήριξε πολύ. Τον πρώτο δίσκο τον ηχογραφούσαμε στο Sierra. Τελειώναμε στις 3 η ώρα το πρόγραμμα στο Χάραμα οδηγούσαμε, πηγαίναμε στο Sierra, γράφαμε και γυρίζαμε το βράδυ και παίζαμε.
Ποιο είναι το πρώτο κομμάτι που γράφετε εσείς;
Το πρώτο μου είναι το τραγούδι που έδωσε το όνομα στο γκρουπ, βασισμένο σε ένα στίχο του Σκαρίμπα που έλεγε «έλα να μου δείχνεις του προφίλ σου το Ζιγκ Ζαγκ, έλα να σου λέω για τις καρδιές μου το τικ τακ». Αυτό το έκανα ρεφρέν και είχα στο μυαλό μου ότι αυτός ήταν ένας καλός τίτλος για το γκρουπ. Μετά ήρθε ο Δ. Κατσαρός, ο οποίος ήταν μουσικός των Παιδιών της Πάτρας. Ηλθε η συνεργασία με τον Γιώργο Μητσάκη και τη Γλυκερία στην Ομορφη Νύχτα.
Πώς ήταν;
Συγκλονιστική εμπειρία, δύο χρόνια. Την ίδια εποχή ο Στέλιος Φωτιάδης – μουσικός, συνθέτης και σύζυγος της Γλυκερίας – είχε αναλάβει το ελληνικό τμήμα της Warner. Ημασταν το πρώτο συμβόλαιο στην ελληνική δισκογραφία. Εκεί ήταν καθοριστική η παρέμβαση του Στέλιου γιατί εμείς ετοιμαζόμασταν να κάνουμε ένα δίσκο με επανεκτελέσεις. Ομως εμείς γράφαμε. Και ο Στέλιος το είδε αυτό και λέει «Θα κάνουμε ένα δίσκο με δικά σας τραγούδια». Κάναμε αμέσως επιτυχία. Ηλθαν πολλά σουξέ. «Βόλτα με κλεμμένο αμάξι». «Ηρεμα δεν είμαι τρομοκράτης». Σιγά σιγά άρχισαν να μας λένε τα κορίτσια της Warner ότι «αρχίσαμε να δεχόμαστε γράμματα». Και ένα μεσημέρι χτυπάει το τηλέφωνο και έρχεται σε επαφή μαζί μας ο ιδιοκτήτης του Papagalino. Λέει «θα κάνω μια συναυλία στην Κρήτη». Και τι έχει κάνει; Είχε τυπώσει σε λευκά μπλουζάκια Ζιγκ Ζαγκ. Και μας υποδέχονται σαν σουπερστάρ. Είχαμε βγάλει τον δεύτερο δίσκο που είχε μέσα το «Απολύομαι», το «Ηρεμα δεν είμαι τρομοκράτης», «Αγάπη του Καλοκαιριού». Αυτός ο δίσκος είχε τίτλο «Γεια χαρά» (1989). Και βγαίνουμε ξαφνικά σε ένα γήπεδο και έχει δέκα χιλιάδες κόσμο. Η συναυλία δεν τέλειωσε ποτέ γιατί οι θαυμάστριες έπεσαν πάνω μας και κατέρρευσε η πίστα. Μας κυνηγούσαν στα στενά του Ηρακλείου με τα περιπολικά.
Είσαστε αρχιτέκτονες μαζί με τα Παιδιά από την Πάτρα και με τους Οπισθοδρομικούς ενός νεολαϊκού κλίματος.
Ο Κατσαρός έπαιξε ρόλο σε μερικά πράγματα. Ας πούμε αυτό ήταν μια ωραία ιδέα. Οτι εμείς δεν είμαστε κομπανία, είμαστε γκρουπ.
Ερχεται και το γκραν σουξέ «Φύσηξε Ερωτας».
Στο βιντεοκλίπ νόμιζαν όλοι ότι είμαστε στη Σαντορίνη κι ενώ είμαστε στα Σπάτα. Αυτά που φαίνονται πίσω μαύρα σαν ηφαίστειο είναι τα μπάζα του αεροδρομίου. Η θάλασσα που περπατάμε πάνω στον μόλο είναι στο Πόρτο Ράφτη. Η χρυσή εποχή των Ζιγκ-Ζαγκ ήταν κυρίως τα σουξέ του Γιώργου Σαρρή.
Πότε τελειώνετε;
Το γκρουπ πιθανόν είχε χάσει τον δρόμο του πριν φύγω εγώ, γιατί για αλλού ξεκινήσαμε και αλλού η ζωή μας πήγε.
Εσείς παράλληλα ή μετά γράφετε.
Πάντα έγραφα. Αν μου είχε μείνει ένα απωθημένο είναι που δεν πήγα τραγούδια που είχα γράψει στον Βοσκόπουλο. Μεγάλος δάσκαλος και καλός άνθρωπος.
Εσείς συνεχίζετε με τη μουσική παρότι μπλέκεστε με την εστίαση.
Η μουσική δεν φεύγει ποτέ από τη ζωή κάποιου που έχει υπάρξει μουσικός. Δεν ήθελα όμως να πεθάνω πάνω σε ένα πάλκο αγωνιώντας.
Κρατήσατε μια ερασιτεχνική σχέση με τη μουσική;
Δεν ήθελα να το ξεφτιλίσω. Ενιωσα ότι μερικές φορές γρατσούνισα αυτή την αισθητική. Επίσης όταν έγραφα τα πρώτα μου τραγούδια, είχα πρωτότυπες ιδέες. Τα πρώτα μου τραγούδια δεν έχουν κουπλέ-ρεφρέν. Πολύ αργότερα είδα ότι ο Ρασούλης έγραφε κάπως έτσι. Τον Ρασούλη τον γνώρισα και με φιλοξένησε σπίτι του για καμιά δεκαπενταριά μέρες στο Παγκράτι. Είναι η εποχή που συναναστρέφεται με τον Οσσο. Ρόλο έπαιξαν οι Κατσιμίχες σε αυτό. Εγώ τότε είχα έρθει στην Αθήνα, ψαχνόμουν κάπως, πριν τους ΖΖ και τα παιδιά κάνανε τότε παρέα με το Μανώλη και γράφανε τα Ζεστά Ποτά.
Παρακολουθείτε το σημερινό τραγούδι;
Μελετώ τελευταία τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Από φωνές μου αρέσουν η Ανατολή Μαριόλα, η Ιουλία Καραπατάκη, η Σεμέλη Παπαβασιλείου.
