Η ιστορία της θανατικής ποινής στην Ελλάδα – Πότε έγινε η τελευταία εκτέλεση
Η υπόθεση της Κρίστα Πάικ στο Τενεσί επανέφερε με έντονο τρόπο στη δημόσια συζήτηση παγκοσμίως το ζήτημα της θανατικής ποινής. Η Πάικ, που καταδικάστηκε για τη δολοφονία της 19χρονης Κόλιν Σλέμερ το 1995, έγινε η πρώτη γυναίκα που επρόκειτο να εκτελεστεί στην πολιτεία έπειτα από περισσότερα από 200 χρόνια. Η απόπειρα εκτέλεσής της με θανατηφόρα ένεση, στις 30 Σεπτεμβρίου 2026, απέτυχε, καθώς η ίδια παρέμεινε στη ζωή και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο.
Η υπόθεση έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα μέτρο ποινικής δικαιοσύνης που εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ, ενώ στην Ευρώπη έχει σε μεγάλο βαθμό καταργηθεί. Η Ελλάδα έχει διανύσει τη δική της μακρά διαδρομή από την επιβολή της εσχάτης των ποινών έως την πλήρη και ρητή απαγόρευσή της.
Από τον Καποδίστρια στις πρώτες εκτελέσεις
Η θανατική ποινή υπήρχε στο ελληνικό ποινικό σύστημα ήδη από τα πρώτα χρόνια του νεότερου ελληνικού κράτους. Η πρώτη εκτέλεση στη νεότερη Ελλάδα πραγματοποιήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1830, επί Ιωάννη Καποδίστρια. Ο Γεώργιος Λεμονής, 25 ετών, εκτελέστηκε διά τυφεκισμού, έχοντας καταδικαστεί για κλοπή και τη δολοφονία τριών ανθρώπων.
Κατά τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους η θανατική ποινή εφαρμόστηκε σε σειρά σοβαρών εγκλημάτων. Με την έλευση του Όθωνα άλλαξε και ο τρόπος εκτέλεσης, καθώς καθιερώθηκε η λαιμητόμος (γκιλοτίνα), η οποία χρησιμοποιήθηκε στην Ελλάδα έως τις αρχές του 20ού αιώνα.
Το 1913 ο τυφεκισμός αναγνωρίστηκε ως ο μόνος επίσημος τρόπος εκτέλεσης. Η θανατική ποινή παρέμεινε, ωστόσο, μέρος της ελληνικής νομοθεσίας και κατά τον 20ό αιώνα.
Θανατική ποινή: Η τελευταία εκτέλεση στην Ελλάδα
Η τελευταία εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στις 25 Αυγούστου 1972 στο Ηράκλειο Κρήτης. Επρόκειτο για τον Βασίλη Λυμπέρη, ο οποίος είχε καταδικαστεί σε τέσσερις θανατικές ποινές για τη δολοφονία της συζύγου του, της πεθεράς του και των δύο παιδιών του.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1968, είχε εκτελεστεί στη Θεσσαλονίκη ο Αριστείδης Παγκρατίδης, ο οποίος είχε καταδικαστεί ως ο «Δράκος του Σέιχ Σου». Η υπόθεση εξακολουθεί να συνδέεται με συζητήσεις για πιθανή δικαστική πλάνη, καθώς μετέπειτα αμφισβητήθηκαν έντονα τα στοιχεία που οδήγησαν στην καταδίκη του.
Οι τελευταίες αυτές εκτελέσεις συνέπεσαν με μια περίοδο κατά την οποία η εφαρμογή της θανατικής ποινής είχε ήδη αρχίσει να περιορίζεται σημαντικά στην πράξη.
Το Σύνταγμα του 1975 και η κατάργηση
Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, το Σύνταγμα του 1975 περιόρισε τη δυνατότητα επιβολής της θανατικής ποινής εν καιρώ ειρήνης, με μόνη εξαίρεση τις περιπτώσεις εσχάτης προδοσίας.
Η καθοριστική αλλαγή ήρθε το 1993, όταν η Ελλάδα κατάργησε νομοθετικά τη θανατική ποινή για όλα τα εγκλήματα. Η κατάργηση τέθηκε σε ισχύ με τον Νόμο 2172/1993, ενώ το Συμβούλιο της Ευρώπης χαιρέτισε τότε την απόφαση, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα είχε καταργήσει την ποινή τόσο για εγκλήματα σε καιρό ειρήνης όσο και σε καιρό πολέμου.
Από εκείνο το σημείο και έπειτα, όπου η νομοθεσία προέβλεπε θανατική ποινή, αυτή αντικαταστάθηκε από την ισόβια κάθειρξη.
Η πλήρης συνταγματική και ευρωπαϊκή κατοχύρωση
Η κατάργηση ενισχύθηκε περαιτέρω με την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001, όταν προβλέφθηκε ότι θανατική ποινή δεν επιβάλλεται, με εξαιρετικά περιορισμένη πρόβλεψη για εγκλήματα που τελούνται σε καιρό πολέμου και σχετίζονται με αυτόν.
Το επόμενο βήμα ήταν η πλήρης κατάργηση σε όλες τις περιστάσεις. Η Ελλάδα υπέγραψε το 2002 το 13ο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο αφορά την κατάργηση της θανατικής ποινής ακόμη και σε καιρό πολέμου. Το Πρωτόκολλο κυρώθηκε από την Ελλάδα και αποτελεί πλέον μέρος του ευρωπαϊκού πλαισίου προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Έτσι, η Ελλάδα πέρασε από μια εποχή κατά την οποία η θανατική ποινή αποτελούσε προβλεπόμενη δικαστική κύρωση, σε ένα σύστημα όπου δεν μπορεί πλέον να επιβληθεί ούτε σε περίοδο πολέμου.
