Το εθνικό στοίχημα για την τρίτη ηλικία
Δεν ξέρω γιατί, αλλά συγκινούμαι όταν βλέπω ηλικιωμένους ανθρώπους στον δρόμο. Οπως, για παράδειγμα, όταν διασταυρώνομαι με ένα ζευγάρι να περπατά αργά, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου· ή έναν καλοντυμένο ηλικιωμένο κύριο να πηγαίνει για τον καφέ του, μια κυρία περιποιημένη να συναντά τις φίλες της. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που, όσο κι αν έχουν μεγαλώσει, δεν έχουν αφήσει τη ζωή να γλιστρήσει μέσα από τα χέρια τους.
Δεν ξέρω πόσα χρόνια είναι μαζί, τι έχουν περάσει, πόσες δυσκολίες έχουν ξεπεράσει· ξέρω μόνο ότι αυτή η εικόνα με σταματά για λίγο. Ισως γιατί σε ένα ζευγάρι που μεγαλώνει μαζί, βλέπεις κάτι που συνήθως προσπαθούμε να ξορκίσουμε. Τον χρόνο· τις ρυτίδες, τα άσπρα μαλλιά, τα ροζιασμένα χέρια, το πιο αργό βήμα. Κι όμως, αυτά είναι που εξιστορούν μια ολόκληρη ζωή.
Γιατί φοβόμαστε τόσο πολύ τα γηρατειά; Γιατί κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μη φαίνεται η ηλικία μας; Κρέμες, θεραπείες, ενέσεις, φίλτρα, βαφές, μια ολόκληρη βιομηχανία που μας υπόσχεται ότι μπορούμε, αν όχι να σταματήσουμε τον χρόνο, τουλάχιστον να τον καθυστερήσουμε ή να τον κρύψουμε. Εννοείται πως καθένας είναι ελεύθερος να πράξει όπως θέλει. Εννοείται πως δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να θέλει κανείς να περιποιείται τον εαυτό του. Μήπως όμως έχουμε μπερδέψει την περιποίηση με την άρνηση;
Ισως αυτό που πραγματικά φοβόμαστε δεν είναι οι ρυτίδες· είναι όσα μπορεί να φέρουν μαζί τους: την απώλεια της υγείας, της αυτονομίας, της κοινωνικής ζωής· το να χρειάζεσαι κάποιον για πράγματα που κάποτε έκανες χωρίς δεύτερη σκέψη.
Και δεν μιλάμε για ένα μακρινό μέλλον. Η Ελλάδα γερνά με γοργούς ρυθμούς: το 2025, σχεδόν 1 στους 4 κατοίκους ήταν 65 ετών και άνω, ενώ τα παιδιά έως 14 ετών ήταν μόλις 12,8%. Οι δημογραφικές προβολές δείχνουν μάλιστα ότι έως το 2050, οι άνω των 65 μπορεί να αντιστοιχούν σε περισσότερο από το ένα τρίτο του πληθυσμού.
Με άλλα λόγια, δεν χρειάζεται να αναρωτιόμαστε αν θα γίνουμε κοινωνία ηλικιωμένων. Είμαστε ήδη καθ’ οδόν. Ομως, τι θα σημαίνει να μεγαλώνουμε σε μια κοινωνία όπου οι μεγαλύτεροι θα είναι ολοένα περισσότεροι; Θα έχουμε φροντίδα, υγεία, υποδομές, εργασία, κοινωνική ζωή και – κυρίως – χώρο για τους ανθρώπους αυτούς, ώστε να παραμένουν μέρος της ζωής και όχι απλώς αποδέκτες φροντίδας;
Το δημογραφικό λειτουργεί, ως σφαλιάρα· και το στοίχημα της γήρανσης δεν είναι πλέον να νικήσουμε τον χρόνο. Αυτό, ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν γίνεται. Είναι να μη θεωρήσουμε ότι, επειδή μεγαλώνουμε, τελειώνει κι η θέση μας μέσα στη ζωή· να μη μετατρέψουμε τους ανθρώπους που μεγάλωσαν, σε «βάρος» μιας κοινωνίας που γερνά μαζί τους. Και κυρίως, να μην τους κάνουμε να αισθανθούν (και να μην αισθανθούμε κι οι υπόλοιποι που ακολουθούμε) ότι περισσεύουν.
