Γαλλία και Γερμανία σώζουν τους κινητήρες βενζίνης
Σε μια συμφωνία που μπορεί να αλλάξει σημαντικά το μέλλον της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας κατέληξαν η Γαλλία και η Γερμανία, επιδιώκοντας να χαλαρώσουν τους περιορισμούς για τα αυτοκίνητα με κινητήρες εσωτερικής καύσης μετά το 2035. Η συνεννόηση ανάμεσα στον πρόεδρο της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν και τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς αποτελεί μια προσπάθεια να προστατευθούν οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες από τον αυξανόμενο κινεζικό ανταγωνισμό, χωρίς να εγκαταλειφθούν επισήμως οι κλιματικοί στόχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η συμφωνία βασίζεται σε έναν πολιτικό συμβιβασμό μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών της ευρωζώνης. Η Γερμανία εξασφαλίζει μεγαλύτερη ευελιξία για τη συνέχιση της παραγωγής και πώλησης οχημάτων με κινητήρες καύσης, ενώ η Γαλλία αποσπά τη γερμανική υποστήριξη στην πολιτική «Made in Europe», η οποία επιδιώκει να ενισχύσει την ευρωπαϊκή παραγωγή και να διατηρήσει θέσεις εργασίας εντός της Ένωσης.
Το ζήτημα συνδέεται με την αναθεώρηση των ευρωπαϊκών κανόνων για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από τα καινούργια αυτοκίνητα. Το ισχύον πλαίσιο προβλέπει μείωση των εκπομπών κατά 100% από το 2035, στόχο που ουσιαστικά αποκλείει την πώληση νέων συμβατικών αυτοκινήτων βενζίνης και πετρελαίου.
Τον Δεκέμβριο του 2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε πρόταση χαλάρωσης του στόχου, προβλέποντας μείωση των εκπομπών κατά 90% αντί για 100%. Για το υπόλοιπο 10%, οι κατασκευαστές θα έπρεπε να εφαρμόζουν μηχανισμούς αντιστάθμισης, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων βιώσιμα καύσιμα ή υλικά με χαμηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα.
Η νέα γαλλογερμανική συμφωνία πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Παρίσι και Βερολίνο ζητούν να καταργηθεί η υποχρέωση αντιστάθμισης του εναπομείναντος 10%, ώστε οι αυτοκινητοβιομηχανίες να μην επιβαρύνονται με πρόσθετες απαιτήσεις για την κάλυψη αυτών των εκπομπών.
Πρόκειται για σημαντική παραχώρηση προς τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία εδώ και μήνες ζητεί μεγαλύτερη τεχνολογική ευελιξία, υποστηρίζοντας ότι η ταχεία μετάβαση στην αποκλειστική ηλεκτροκίνηση δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την ανταγωνιστικότητα, τις επενδύσεις και την απασχόληση.
Ο Φρίντριχ Μερτς ανακοίνωσε τη συμφωνία μέσω της πλατφόρμας X, τονίζοντας ότι οι δύο ηγέτες κατέληξαν σε κοινό πλαίσιο που στηρίζεται στην ελευθερία επιλογής, στην τεχνολογική ουδετερότητα και στη διατήρηση των κλιματικών στόχων. Χαρακτήρισε μάλιστα τη συμφωνία θετικό μήνυμα προς τους επενδυτές της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Ο Εμανουέλ Μακρόν, από την πλευρά του, επιχείρησε να διαβεβαιώσει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εγκαταλείπει την πορεία της προς την απανθρακοποίηση. Όπως υποστήριξε, ο στόχος παραμένει η δραστική μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και η παραγωγή των ηλεκτρικών αυτοκινήτων του μέλλοντος στη Γαλλία και στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Το δεύτερο σκέλος της συμφωνίας αφορά την ευρωπαϊκή προτίμηση στην παραγωγή αυτοκινήτων, μια πολιτική που προωθεί ιδιαίτερα το Παρίσι. Η Γαλλία επιδιώκει να συνδέσει τα ευρωπαϊκά κίνητρα και τις βιομηχανικές ενισχύσεις με την πραγματική παραγωγική δραστηριότητα εντός της Ένωσης.
Στόχος είναι να αποτραπεί το ενδεχόμενο κατασκευαστές από τρίτες χώρες να επωφελούνται από ευρωπαϊκές επιδοτήσεις απλώς συναρμολογώντας αυτοκίνητα σε εργοστάσια της Ευρώπης, ενώ τα βασικά εξαρτήματα, η τεχνολογία και η έρευνα αναπτύσσονται αλλού.
Η πρόταση προβλέπει ότι ορισμένα κρίσιμα ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά συστήματα θα πρέπει να κατασκευάζονται στην Ευρώπη, ενώ σημαντικό μέρος της έρευνας και ανάπτυξης θα πρέπει επίσης να πραγματοποιείται σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία απέναντι στην επέκταση των κινεζικών αυτοκινητοβιομηχανιών, οι οποίες ενισχύουν την παρουσία τους στην ευρωπαϊκή αγορά και αναπτύσσουν παραγωγικές εγκαταστάσεις εντός της ΕΕ.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πρόβλεψη για το Ηνωμένο Βασίλειο. Παρότι έχει αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Λονδίνο θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στο καθεστώς ευρωπαϊκής παραγωγικής προτίμησης, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις αμοιβαιότητας.
Η γαλλογερμανική πρόταση αναφέρεται στα κράτη που συμμετείχαν στην ενιαία αγορά μέχρι τον Ιανουάριο του 2020, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για ειδική μεταχείριση της βρετανικής αυτοκινητοβιομηχανίας. Ωστόσο, η συμμετοχή αυτή θα εξαρτάται από την ευθυγράμμιση ορισμένων εμπορικών και κανονιστικών πολιτικών του Ηνωμένου Βασιλείου με εκείνες της ΕΕ.
Παράλληλα, Γαλλία και Γερμανία προτείνουν μεγαλύτερη ευελιξία στον τρόπο υπολογισμού των εκπομπών των αυτοκινητοβιομηχανιών κατά την περίοδο 2029-2031. Ειδικότερα, ζητούν να επιτραπεί ένας μηχανισμός συμψηφισμού μεταξύ των ετών, με όριο επτά γραμμαρίων διοξειδίου του άνθρακα ανά χιλιόμετρο και ανά κατασκευαστή.
Με τον τρόπο αυτό, οι εταιρείες θα μπορούν να αντιμετωπίζουν τις διακυμάνσεις των ετήσιων επιδόσεών τους χωρίς να κρίνονται αποκλειστικά από τα αποτελέσματα μιας συγκεκριμένης χρονιάς.
Η συμφωνία αντανακλά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, καθώς καλείται να χρηματοδοτήσει τη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, να ανταγωνιστεί κατασκευαστές με χαμηλότερο κόστος παραγωγής και ταυτόχρονα να συμμορφωθεί με αυστηρές περιβαλλοντικές απαιτήσεις.
Για τη Γερμανία, όπου η αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας, η παράταση της δυνατότητας αξιοποίησης κινητήρων εσωτερικής καύσης θεωρείται κρίσιμη για την προστασία των επιχειρήσεων και των εργαζομένων. Για τη Γαλλία, προτεραιότητα αποτελεί η διατήρηση της παραγωγής και της τεχνογνωσίας εντός της ευρωπαϊκής αγοράς.
Η πολιτική συμφωνία Μακρόν και Μερτς δεν σημαίνει, πάντως, ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες έχουν ήδη αλλάξει. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις θα πρέπει να ενσωματωθούν στην ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία και να εξασφαλίσουν τις απαραίτητες εγκρίσεις. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί, ωστόσο, μια ουσιαστική αλλαγή στον ευρωπαϊκό διάλογο για το αυτοκίνητο του μέλλοντος. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο το πότε θα καταργηθούν οι κινητήρες βενζίνης και πετρελαίου, αλλά και το πώς θα μπορέσει η Ευρώπη να διατηρήσει μια ισχυρή αυτοκινητοβιομηχανία μέσα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου διεθνούς ανταγωνισμού.
