Στον αριθμό 103
Ενα λανθασμένος προγραμματισμός, απρόσμενο ταξίδι στον πλανήτη της παιδικής ηλικίας προπαραμονή Πρωτοχρονιάς. «Θα μείνεις στο κέντρο μέχρι να πας δερματολόγο;» «Ναι δεν προλαβαίνω να γυρίσω βόρεια με την κίνηση που έχει τέτοιες μέρες. Θα πάω με τα πόδια να περάσει η ώρα». Οσο κατηφορίζεις, τόσο σκοτεινιάζουν οι εικόνες. Η χρυσόσκονη και τα φώτα της Βουκουρεστίου σβήνουν λίγα τετράγωνα παρακάτω. Οσο αργά κι αν περπατάς, το ραντεβού ακόμα αργεί. Βουτιά στο παρελθόν. Το ιατρείο είναι στη γειτονιά όπου έμενες ως τα 6. Με έναν παράξενο τρόπο θυμάσαι τα πάντα.
Πώς γίνεται να ξεχνάς όσα έγιναν χθες, αλλά θυμάσαι πεντακάθαρα όσα είχαν γίνει όταν ήσουν 6; Επιταχύνεις το βήμα, έχεις μια ανεπίγνωστη επιθυμία να φτάσεις όσο πιο γρήγορα γίνεται στο σπίτι των πιο τρυφερών σου χρόνων. Οσο πιο μακρινή η προσωπική διαδρομή, τόσο πιο επιτακτική ανάγκη η επιστροφή στη βάση. Σηκώνεις το κεφάλι, κοιτάς αριστερά, βλέπεις τον αριθμό. 103, με μεγάλα γράμματα στην πόρτα της εισόδου.
Ή ίσως όχι και τόσο μεγάλα όσο τα έβλεπες τότε. Κοιτάς αριστερά και δεξιά τον δρόμο, τα μαγαζιά και πάλι την είσοδο της πολυκατοικίας. Ολα αρχίζουν να επιστρέφουν στις πραγματικές τους διαστάσεις, χαμογελάς που δεν μπορείς να εντυπωσιαστείς σαν τότε. Πλησιάζεις στη γυάλινη πόρτα, βάζεις τα χέρια γύρω απο το μάτια να δεις μέσα από το τζάμι. Λείπει το παχύ μεγαλοπρεπές χαλί στη μεγάλη σκάλα, πολλά τα ξενικά ονόματα που πια διαβάζεις στα κουδούνια, κάποιος έχει γράψει γκράφιτι στο μάρμαρο της εισόδου. Νεύρα σαν να μένεις ακόμα εκεί. Κοιτάς αριστερά και δεξιά, το κλειστό μαγαζί στη γωνία πρέπει να ήταν φούρνος. Ναι, φούρνος ήταν, είχαμε πει με τον αδερφό μου και κάλαντα μαζί εκεί. Να τον πάρω να του το θυμίσω!
Ερειπωμένο πια από την πολύχρονη εγκατάλειψη κι όμως παραμένει η επιγραφή: «Αρτοποιείο» κι από κάτω το όνομα του ιδιοκτήτη. Πόσα χρόνια πέρασαν… Ξεκινάς υπολογισμούς, μπα, δεν θέλεις μετρήσεις. Απέναντι ήταν φαρμακείο και για έναν ανεξήγητο λόγο νιώθεις μια καθησυχαστική ασφάλεια που ακόμα είναι εκεί. Στρίβεις στη γωνία, στο τέρμα του δρόμου ήταν κομμωτήριο, τι χαρά όταν σε πήγαινε η μαμά εκεί. Λίγα μέτρα παρακάτω το video club. Κι εκεί είχες χαρεί πολύ, γιατί όταν ο ιδιοκτήτης αποφάσισε να το κλείσει, ο μπαμπάς πήγε και σου αγόρασε όλες τις ταινίες της Βουγιουκλάκη και τόσα χρόνια μετά δεν μπορείς να θυμηθείς αν έχεις ποτέ χαρεί περισσότερο με δώρο.
Μην ξεχάσω μια βόλτα και στο Πεδίον του Αρεως. Ατελείωτες διαδρομές με τον μπαμπά εκεί, μαθαίνοντας την προπαίδεια. «Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος». Ρυθμική και ενόργανη – πρόβες στο πάρκο να μάθω να κάνω χούλα-χουπ και να μην πέφτει το στεφάνι. Αυτό ήταν το πάρκο; Το φαντασμαγορικό πάρκο των παιδικών μου χρόνων ήταν μια κυκλική πεζοδρομημένη πλατεία με παγκάκια και κούνιες. Εχεις παρατηρήσει πως όσο μεγαλώνεις, τα αντικείμενα μικραίνουν; Ξένες επιγραφές έξω από μαγαζιά, σπαστά ελληνικά, πόσο άλλαξαν οι γείτονες του κέντρου. Απίστευτο! – διακόπτονται οι σκέψεις. Βλέπεις την επιγραφή «Ελλη» έξω από το βιβλιοπωλείο, ήταν το βιβλιοπωλείο που σε πήγαινε η μαμά και ξετρελαινόσουν να σου παίρνει στιλό, μπλοκάκια, χαρτάκια.
Με το που περνάς απέναντι στον δρόμο, ο πλανήτης της παιδικής σου ηλικίας χάνεται, μαζί και η γαλήνη, η ασφάλεια της παιδικότητάς σου ξεθωριάζει. Πέρασε η ώρα, πρέπει να πας στο ραντεβού με τη γιατρό. Συνεννοήσεις με τη μαμά για τα ψώνια του δείπνου της παραμονής. «Τι θα πάρουμε;» Σπασμένο χέρι η μαμά, οι ρόλοι έχουν πια αντιστραφεί. Δεν θα σε πάει εκείνη στην «Ελλη» να σου πάρει μαρκαδόρους, μπλοκάκια και στιλό, τώρα την πας στα μαγαζιά εσύ. Παραμονή Πρωτοχρονιάς όλοι μαζί στο σπίτι. Και αυτό που κάποτε θεωρούσες δεδομένο, πια είναι το πολυτιμότερό σου δώρο.
