Τα περίπτερα αφηγούνται την ιστορία της Αθήνας
Τα πρώτα περίπτερα εμφανίζονται στους δρόμους της Αθήνας το 1877. Εχουν περάσει μόλις λίγες δεκαετίες από την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, ένα πολύχρωμο μωσαϊκό, προσπαθεί να βρει προσανατολισμό, να διαμορφώσει τη φυσιογνωμία του και να κερδίσει την παγκόσμια αναγνώριση. Είναι τότε που ο δήμαρχος Αθηναίων, Τιμολέων Φιλήμων, εγκαθιστά στην πλατεία Συντάγματος για λόγους… καλλωπισμού το πρώτο περίπτερο, ένα πολυγωνικό κιόσκι αγορασμένο από την Ελβετία έναντι 15.000 δραχμών. Θα ακολουθήσει ένα ακόμη στην Ομόνοια, το επόμενο στη σημερινή πλατεία Βάθης και μετά στη Βαρβάκειο. Από τότε μέχρι σήμερα τα περίπτερα ταυτίστηκαν με το αθηναϊκό τοπίο, έγιναν μάρτυρες της ιστορίας της πόλης και ακολούθησαν την εξέλιξή της έχοντας πολλά να αφηγηθούν.
Μια νοσταλγική περιήγηση στην ιστορία του αθηναϊκού περιπτέρου με οδηγό την τέχνη πραγματοποιεί μια μοναδική έκθεση που διοργανώνεται αυτές τις ημέρες στη Αθήνα. Θρυλικά περίπτερα, όπως το περίπτερο του περίφημου… Κουτάλα στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, όπου οι συναλλαγές γίνονταν μέσω μιας μακριάς κουτάλας, το μικρό «Μινιόν», που υπήρξε ο πρόδρομος του μεγάλου πολυκαταστήματος της οδού Πατησίων, αλλά και το περίπτερο της Πανεπιστημίου που βούλιαξε το 1997 κατά τη διάρκεια εργασιών για την κατασκευή του μετρό, ζωντανεύουν από τα χέρια του εικαστικού Ανδρέα Finch.
Με τη μορφή «παιχνιδιού»
Είναι 20 τρισδιάστατες απεικονίσεις πραγματικών περιπτέρων της Αθήνας, σε διαστάσεις 25×25 εκ., φτιαγμένες με συνδυασμό υλικών: πλαστικό σε 3d εκτυπωτή, ξύλο, μπάλσα, τσιμέντο. «Η έκθεση αυτή προέκυψε μετά από μακροχρόνια έρευνα και παρουσιάζει τη σταδιακή πορεία των αθηναϊκών περιπτέρων από τις αρχές του περασμένου αιώνα μέχρι και σήμερα, με έμφαση στην ιστορική, αρχιτεκτονική και τη λαογραφική τους εξέλιξη στον χρόνο» λέει ο ίδιος στα «ΝΕΑ». Οντας συλλέκτης παλαιών ελληνικών παιχνιδιών, διαπίστωσε κάποια στιγμή πως ενώ είχε στην κατοχή του παιχνίδια με χαρακτηριστικά ελληνικά επαγγέλματα, όπως τον οδηγό λεωφορείου Αθήνας – Πειραιά, δεν υπήρχε ούτε ένα περίπτερο. «Ετσι αποφάσισα να σχεδιάσω ένα εγώ με τη μορφή “παιχνιδιού”. Βασίστηκα σε παλαιές φωτογραφίες, σε καρτ ποστάλ και αρχειακό υλικό που συγκέντρωνα επί αρκετά χρόνια και τελικά αυτή η προσπάθεια κατέληξε στη δημιουργία της έκθεσης» λέει.
Tο Μινιόν ξεκίνησε το 1934 ως περίπτερο στα Χαυτεία με πρωτοποριακές ιδέες και ποικιλία μικροαντικειμένων. Μετεξελίχθηκε σε μικρό κατάστημα και τελικά έγινε το εμβληματικό πολυκατάστημα της οδού Πατησίων
Κάπως έτσι αναβιώνουν εμβληματικά περίπτερα, όπως «το γαλάζιο περίπτερο της οδού Καραγιώργη Σερβίας που λίγοι θυμούνται σήμερα. Φτιάχτηκε το 2000 και είχε γαλάζιο χρώμα με αστεράκια στη σκεπή» λέει ο Ανδρέας Finch, «αλλά και ιστορικά κιόσκια όπως “Οι Μούσες”, της πλατείας Ομονοίας που συνδέονται με μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία» συνεχίζει. «Το 1934, όταν υπογειοποιήθηκε ο σταθμός του ηλεκτρικού στην Ομόνοια, οι αρμόδιοι αποφάσισαν να ανοίξουν οκτώ αεραγωγούς περιμετρικά της πλατείας. Είχαν, λοιπόν, την ιδέα στη βάση των αεραγωγών να τοποθετήσουν κιόσκια, δηλαδή περίπτερα και στη σκεπή αγάλματα Μουσών. Βέβαια, οι αεραγωγοί ήταν οκτώ και οι Μούσες ήταν εννέα, με αποτέλεσμα να περισσέψει μία, και αυτή ήταν η Καλλιόπη. Ετσι οι Αθηναίοι έλεγαν χαριτολογώντας ότι η Καλλιόπη βρίσκεται στο υπόγειο, εκεί όπου υπήρχαν τα ουρητήρια. Και το όνομα Καλλιόπη συνδέθηκε με αυτά…».
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον, σύμφωνα με τον Ανδρέα Fintch, είναι πως «κάθε περίπτερο είναι και ένας άλλος κόσμος. Ενα περίπτερο στο Πέραμα πουλά τελείως διαφορετικά πράγματα και έχει τελείως διαφορετικό στήσιμο από ένα περίπτερο στην Κηφισιά. Τα περίπτερα αποτυπώνουν την αρχιτεκτονική εξέλιξη, τις κοινωνικές μεταβολές και τις ανάγκες της εποχής».
Το 1934, στην πλατεία Ομονοίας εγκαταστάθηκαν οκτώ αεραγωγοί προς εξυπηρέτηση του υπογειοποιημένου Ηλεκτρικού. Στα βάσεις των αεραγωγών τοποθετήθηκαν οκτώ περίπτερα και την οροφή του καθενός κοσμούσε μία εκ των εννέα Μουσών
Αλλωστε, όπως επισημαίνει ο Θανάσης Κάππος, δημοσιογράφος και συγγραφέας των βιβλίων «Η ιστορία του ελληνικού περιπτέρου» και «Τα περίπτερα της Αθήνας», «με το πέρασμα των χρόνων τα περίπτερα έγιναν θεσμός. Ενας θεσμός που παρά τα όποια προβλήματα και τις δυσκολίες συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς για την Ελλάδα, «φωτίζοντας» τους δρόμους κάθε πόλης και χωριού σε κάθε σημείο της ελληνικής επικράτειας. Ενας πραγματικός φάρος. Ο γνωστός ο χρονογράφος των αρχών του 20ού αιώνα Σωτήρης Σκίπης σε άρθρο του στην εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» στις 20 Οκτωβρίου 1919 γράφει για τα περίπτερα που έκαναν την εμφάνισή τους στην Αθήνα: «Αξιος συγχαρητηρίων έγινε ο κ. Δήμαρχος ο οποίος αποφάσισε την ανέγερσιν πολλών περιπτέρων εις τας Αθήνας, τα οποία θα εκχωρήσει εις τους τραυματίας του πολέμου, ή εις τα μέλη φονευθέντων πολεμιστών. Δεν φαντάζεται κανείς πόσα καλά θα προκύψουν αμέσως-αμέσως εκ της ανεγέρσεως των περιπτέρων. Τα περίπτερα θα είναι ένας στολισμός της πόλεως, θα εξυπηρετηθούν διά αυτών και θα εύρουν πόρον ζωής πλείστοι ανάπηροι των δύο πολέμων. Θα εξαπλωθεί διά του μέσου τούτου το ελληνικόν έντυπον, είτε εφημερίς, είτε περιοδικόν, είτε φυλλάδιον, είτε βιβλίον. Και θα γίνουν αιτία όπως αι μεγάλαι επαρχιακαί μας πόλεις θα κουνηθούν λιγάκι και θα μιμηθούν λιγάκι την πρωτεύουσαν». Είναι μία άκρως γραφική αναπαράσταση του ρόλου των περιπτέρων στην Ελλάδα των επόμενων 90 χρόνων» συμπληρώνει ο κ. Κάππος.
Καπνικά και εφημερίδες
«Τα πρώτα περίπτερα ξεκίνησαν ως ένας μικρός επαγγελματικός χώρος, χωρίς καθορισμένο ωράριο λειτουργίας, με κύριο προϊόν τα καπνοβιομηχανικά προϊόντα και ακολούθως είδη πρώτης και δεύτερης ανάγκης. (…) Οι εφημερίδες για την Ελλάδα την εποχή εκείνη αποτελούσαν πραγματικά είδος πρώτης ανάγκης. Λόγω της σημασίας των ειδήσεων και της έλλειψης άλλων μέσων, εκδίδονταν το λιγότερο τρεις φορές την ημέρα. Τα νέα στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν δυσάρεστα, γεγονός που της καθιστούσε αναγκαίο κακό της καθημερινότητας» γράφει η εφημερίδα «το ΕΜΠΡΟΣ» το 1956.
Εξαγωνικό κιόσκι, της πλατείαςΣυντάγματος. Παρά τις μορφο-λογικές ιδιαιτερότητές του, είναι ευδιάκριτος ο ρόλος του ως σημείου διανομής Τύπου και τσιγάρων
Τη χρονιά εκείνη, σύμφωνα με την εφημερίδα, στην Ελλάδα λειτουργούσαν περισσότερα από 17.000 περίπτερα. Από αυτά τα 5.500 βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας και του Πειραιά, 1.500 στη Θεσσαλονίκη και τα υπόλοιπα 11.000 σε ολόκληρη την Ελλάδα με έμφαση στους νομούς Ηράκλειο Κρήτης και Αχαΐας. Σήμερα ο πραγματικός αριθμός τους αγνοείται.
Σταθμός για την ανάπτυξη του ελληνικού περιπτέρου υπήρξαν οι μεγάλες πολεμικές αναμετρήσεις των αρχών αρχές του 20ού αιώνα. «Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους συστάθηκε η Επιτροπή της περίθαλψης των απόρων οικογενειών των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους στον πόλεμο, καθώς και των τραυματιών πολέμου. Από τότε, ειδική νομοθεσία προνόησε για την κατασκευή περιπτέρων στις δημόσιες και δημοτικές πλατείες, με σκοπό να παραχωρούνται στους τραυματίες πολέμου για να εμπορεύονται και τα συνηθισμένα είδη για τα περίπτερα της εποχής. Τον Σεπτέμβριο του 1922 το υπουργείο Περιθάλψεως εξέδωσε νόμο σύμφωνα με τον οποίο τα ήδη υφιστάμενα περίπτερα αλλά και όσα ανεγείρονταν στο μέλλον θα παραχωρούνται προς αποκλειστική χρήση στην «Πανελληνίαν Ενωσιν Τραυματιών Πολέμου 1912-1921» λέει ο Θανάσης Κάππος.
Τα επόμενα χρόνια τα περίπτερα θα έχουν ομοιόμορφο σχήμα, χρώμα και διαστάσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα, με ρολά ασφαλείας και ψυγεία. Τοποθετήθηκαν στα πεζοδρόμια, στις πλατείες, στα άλση των πόλεων και των χωριών και έγιναν σταδιακά βασική ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας.
Η έκθεση διοργανώνεται με τη στήριξη του ΟΠΑΝΔΑ υπό την επιμέλεια του Αrt Place Kyriakos Petalidis και εγκαινιάστηκε πριν από λίγες ημέρες με ομιλίες της Ελενας Ντάκουλα και του Θανάση Κάππου.
