Γρίπη Α
Ιδίως εάν δεν έχεις εμβολιαστεί – εγώ δεν είχα, ο ανόητος –, σε κεραυνοβολεί. Το πρωί, σε ένα επαγγελματικό ραντεβού, κάτι σου φαγουρίζει αίφνης τον λαιμό. Το μεσημέρι, αισθάνεσαι ότι σε έχει πατήσει νταλίκα. Σέρνεσαι με τα ύστατα υπολείμματα κουράγιου στο κοντινό φαρμακείο.
Μια κόκκινη γραμμή βάφει το τεστ. Γρίπη Α. Καλείς τον καλό σου γιατρό κι εκείνος σου γράφει το μαγικό φάρμακο. Το λέω με το όνομά του κι ας με κατηγορήσουν για διαφήμιση. Οσοι γνωρίζουν με διαβεβαιώνουν ότι δίχως το ταμιφλού, θα κλαίγανε μανούλες. Ή τουλάχιστον εμείς θα κλαίγαμε της μανούλες μας των εβδομήντα, των ογδόντα χρονών, που θα τις θέριζε ο περονόσπορος.
Και με το αντιγριπικό πάντως, οι πρώτες δύο μέρες είναι εφιάλτης. Νομίζεις πως τα κόκκαλά σου τρίζουν από σαγόνι μέχρι κόκκυγα, ως και τα νύχια και οι βλεφαρίδες σου πονάνε. Το κεφάλι σου κοχλάζει σαν την κατσαρόλα στη φωτιά. Θες να το ξεβιδώσεις και να το ακουμπήσεις στο κομοδίνο, πλάι στα αντιβηχικά, τα αποχρεμπτικά, στο τσάι που κρυώνει ανέγγιχτο – σιγά μη βρεις τη δύναμη να ανασηκωθείς και να το φέρεις στα χείλη σου. Ξημερώνει και βραδιάζει κι εσύ μεταξύ ύπνου και ξύπνιου.
Να πας στην τουαλέτα; Σου μοιάζει λες και πρέπει να διασχίσεις τη ζούγκλα του Αμαζονίου. Για να πληκτρολογήσεις ένα επείγον μήνυμα στο κινητό χρειάζεσαι ένα τέταρτο εντατικής προσπάθειας, τα γράμματα χορεύουν εμπρός στις κουμπότρυπες που έχεις για μάτια.
Κάνεις δυσοίωνες σκέψεις. Σου φαίνεται αδύνατον να συνέλθεις, να γιάνεις. «Σιγά μη συναρμολογήσω τα κομμάτια μου! Μην ξαναβρώ ποτέ τη γεύση μου…» Ανακαλείς έπειτα μαρτυρίες προσώπων που αρρώστησαν υπό ασύγκριτα πιο αντίξοες συνθήκες – ναυτικών εν πλω, φαντάρων στο μέτωπο. «Πόσο μαλθακός είμαι!» αυτομαστιγώνεσαι. «Ο Ελύτης δεν είχε πάθει τύφο στην Αλβανία;
Με τέτοιες εμπειρίες, θα μου πεις, εμπνέεται κανείς το “Αξιον Εστί”…» «Θα εκπλησσόσουν» σου απαντάει ο εαυτός σου «εάν το έφερνε η τύχη να σου αποκαλυφθούν οι πιο κρυφές δυνάμεις σου. Οι αντοχές σου. Το ξέρεις ήδη άλλωστε ότι η γκρίνια, ο αυτοοικτιρμός, τα “καημένος εγώ!” που μουγκρίζεις, αποτελούν παροδικά συμπτώματα. Και προϋποθέτουν ακροατήριο».
Θυμάσαι αίφνης μια εικόνα που σε έχει σημαδέψει. Το φθινόπωρο του 1997, ενώ χάζευες περιοδικά σε ένα μαγαζάκι στο Σαν Φρανσίσκο, άκουσες μια αντρική φωνή από πίσω και κάτω σου. Από το ύψος του νηπίου. Γύρισες και αντίκρισες έναν στην ηλικία σου.
Εναν άνθρωπο μισό, χωρίς πόδια. Ακουμπούσε τον κορμό του σε ένα σκέιτ μπορντ. Στα χέρια του φορούσε γάντια για να μετακινείται σπρώχνοντας το έδαφος. Του πέταξε ο ψιλικατζής το πακέτο και ο μισός το έπιασε στον αέρα. Εβγαλε ένα τσιγάρο, το άναψε και το ρούφηξε με απερίγραπτη ηδονή. Αμα τον είχες τώρα εδώ, θα σάλταρε στο στρώμα και θα σου έκανε εντριβή, «βάστα, γέρο μου…» θα σου έλεγε, «άντε, ψωφάλογο…».
Την Τρίτη μέρα νιώθεις θεαματικά καλύτερα. Η γρίπη βρίσκεται σε αποδρομή, η όρεξή σου επανέρχεται, έχεις χάσει κι ενάμισι κιλό, μπορείς άρα δίχως τύψεις να καταβροχθίσεις μια κρεμμυδόσουπα με λιωμένο τυρί και κρουτόν. Αποφασίζεις να μη σηκωθείς ακόμα απ’ το κρεββάτι. Ούτε να ενημερωθείς για την επικαιρότητα ούτε βεβαίως να μπεις στα σόσιαλ μίντια, που εγγυημένα τοξινώνουν τους ευπαθείς σωματικά ή ψυχικά χρήστες.
Βάζεις κλασικό αμερικάνικο ροκ. J.J.Cale, Billy Joel. Πιάνεις – τι συνδυασμός – την αυτοβιογραφία του Πάμπλο Νερούδα. Διαβάζεις για τα παιδικά του χρόνια, στον βαθύ Νότο της Χιλής, κοντά στο «τέλος του κόσμου». Γλέντησε στα γεμάτα ο Νερούδα. Εφαγε και ήπιε όσο δέκα νοματαίοι μαζί κι έγραψε όσο χίλιοι. Του έλαχε μια εποχή διαύγειας, όπου το δίκιο των ανθρώπων κραύγαζε. Και οι πολιτικοί αγώνες εύκολα συνδυάζονταν με την μποεμία. Για να σε έβλεπα, Παμπλίτο, πώς θα ξεμπέρδευες το σημερινό κουβάρι!
Το δώρο της γρίπης; Τα πιο απροσδόκητα – πρόσωπα, αναμνήσεις, ερωτήματα – μπλέκονται εντός σου. Οι συνειρμοί σου απελευθερώνονται εντελώς. Προστάδιο παραληρήματος; Ενδιαφέρον πάντως. Διασκεδαστικό.
