Ερωτήματα και υποκρισίες
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι τα κοινωνικά δίκτυα λειτουργούν ως μεγεθυντικός φακός στα προβλήματα ψυχικής υγείας των εφήβων. Ωστόσο, η λύση της καθολικής απαγόρευσης χρήσης τους από ανηλίκους, που συζητείται και στην Ελλάδα, στα πρότυπα του αμφιλεγόμενου (κι όχι επαρκώς μελετημένου) μοντέλου της Αυστραλίας, αποτελεί μια κίνηση υποκρισίας παρά ουσιαστικής φροντίδας.
Πρώτον, πώς φτάσαμε να συζητείται σε τόσες χώρες το έσχατο μέτρο της απαγόρευσης χωρίς να έχει προηγηθεί καμία σοβαρή ρυθμιστική προσπάθεια; Μήπως επειδή τα ίδια κράτη και οι ίδιες κυβερνήσεις δεν πατάνε ποτέ πόδι στις διοικήσεις των τεχνολογικών κολοσσών για τόσα άλλα ζητήματα που ανακύπτουν από την ανεξέλεγκτη λειτουργία τους; Δεν κυνηγούν τις εταιρείες αυτές ούτε για τον λόγο μίσους, τους αλγόριθμους και την έλλειψη λογοδοσίας. Πάνε να εφαρμόσουν όμως μια απαγόρευση για την οποία – προσέξτε – υπεύθυνες θα είναι και πάλι οι εταιρείες. Και, όπως βλέπουμε στην Αυστραλία, η εφαρμογή του μέτρου απαιτεί αυστηρή ταυτοποίηση ηλικίας. Είμαστε διατεθειμένοι να παραδώσουμε ακόμα περισσότερη πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα, ταυτότητες σε πλατφόρμες και κρατικές βάσεις; Τους εμπιστευόμαστε πραγματικά έπειτα από τόσα σκάνδαλα διαρροών; Ή μήπως εμπιστευόμαστε τη σπουδή του ελληνικού κράτους να υπερασπιστεί την ιδιωτικότητά μας όταν άνοιξε την πόρτα στην Intellexa και όταν υπουργεία πληρώνουν πρόστιμα για διαρροές;
Η υποκρισία δεν τελειώνει βέβαια εκεί. Μοιάζει, ας πούμε, κάπως οξύμωρο να κόπτεται η πολιτεία για την ασφάλεια των παιδιών, όταν ταυτόχρονα επιτρέπει την ανεξέλεγκτη έκθεση ανήλικων παιδιών τους από influencers που τα μετατρέπουν σε ψηφιακό περιεχόμενο για likes και χορηγίες. Μοιάζει «εύκολο» ο έφηβος να ζει σε γυάλα μέχρι τα 18, σε μια χώρα όπου το μέσο δημόσιο σχολείο αναλαμβάνει βάρος που δεν μπορεί να σηκώσει, χωρίς σχολικούς ψυχολόγους, χωρίς ειδικούς συνεργάτες και χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής παρέμβασης όταν εντοπίζει πρόβλημα. Είναι πολύ πιο φτηνό να «ρίξεις μαύρο» στα social παρά να χρηματοδοτήσεις δομές ψυχικής υγείας και να στηρίξεις την παιδεία και το κοινωνικό κράτος.
Ολα αυτά βέβαια θα τα λύσει η ζωή, εφόσον, τελικά, η απαγόρευση νομοθετηθεί. Οι έφηβοι, όντας περίπου 100 φορές περισσότερο ψηφιακά εκπαιδευμένοι από τον μέσο έλληνα νομοθέτη, θα παρακάμψουν τις απαγορεύσεις σε χρόνο μηδέν. Και έτσι αυτό που θα καταφέρουμε είναι να τους ωθήσουμε στο να μάθουν να κρύβονται καλύτερα, σε λιγότερο ελεγχόμενα ψηφιακά μονοπάτια.
