Добавить новость
ru24.net
World News in Greek
Февраль
2026
1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21
22
23
24
25
26
27
28

Ποιοι ήταν οι 17 Ηπειρώτες που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή

0
Ta Nea 

Στον τοίχο της Καισαριανής εκτελεστήκαν και 17 Ηπειρώτες. Τα φωτογραφικά ντοκουμέντα που βλέπουν 82 χρόνια μετά το φως της δημοσιότητας, αποτελούν για τις οικογένειες των εκτελεσθέντων αγωνιστών, πολύτιμη κληρονομιά του τόπου τους και επιβεβαίωση της μαρτυρικής αλήθειας.

Στα χωριά τους, από τα ορεινά Θεοδώριανα της Άρτας μέχρι τη Ζίτσα στα Γιάννενα, οι μνήμες δεν έσβησαν και σήμερα εναπομείναντες συγγενείς ή συγχωριανοί τους που δεν ξεχνούν, παραθέτουν ως ηθικό χρέος τις μαρτυρίες τους ως ντοκουμέντα θυσίας. Η οικογένεια που ξεκληρίστηκε από τη Ζίτσα, ο ιδεολόγος δάσκαλος από το Μιχαλίτσι, ο εργάτης από τα Θεοδώριανα που αναζήτησε μεροκάματο στην Αθήνα, «μιλούν» για την ιστορία τους μέσα από τις διηγήσεις δικών τους ανθρώπων.

Δημήτρης Κοσμάς, δάσκαλος από το Μιχαλίτσι Τζουμέρκων

H προτομή στην πλατεία του χωριού Mιχαλίτσι στα Τζουμέρκα και ένας δρόμος στα Γιάννενα, αποτελούν «μνημόσυνο» στο δάσκαλο Δημήτρη Κοσμά, έναν συνεπή αγωνιστή, όπως διηγούνται οι συγχωριανοί του. Εκτελέστηκε στην Καισαριανή την ματωμένη Πρωτομαγιά.

Για την Αδελφότητα Μιχαλιτσίου, όπως αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος Χρήστος Τσουμάνης, η προτομή τα αποκαλυπτήρια της οποίας έγινα το 1986, ήταν χρέος τιμής στην ηρωική μορφή του συγχωριανού τους. Επί Νομαρχίας Βασιλείου Μπρακατσούλα τα Ιωάννινα, το 1984, δόθηκε το όνομα του Δημήτρη Κοσμά, σε οδό της πόλης. Ο μοναδικός εν ζωή συγγενής του, εξάδελφος του από την πλευρά της μητέρας του, υπερήλικας, συνταξιούχος εκπαιδευτικός Κωνσταντίνος Λαγός μιλά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ με συγκίνηση για την προσωπικότητα του Δημήτρη Κοσμά.

«Ο Δημήτρης, ο Μήτσος όπως τον φώναζαν, ήταν ένα παλικάρι, γενναίος και πανέξυπνος. Μαχητικός και ορμητικός, πρώτος στους κοινωνικούς αγώνες. Ξεχώριζε στην κοινωνία του χωριού μας. Λογω της ιδεολογίας του εξαφανίστηκε από το χωριό. Τα μάτια τα δικά μου τον είδαν μια δυο φορές…έχω θολή την εικόνα. Ήμουν 7 χρόνων όταν εκτελέστηκε. Ο Δημήτρης ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας, η οποία είχε αποκτήσει, δύο αγόρια και τρία κορίτσια. Την ιδεολογία του, δεν την άλλαζε, είχε ζήσει τη φτώχια στο χωριό. Ήξερε, τι ζωή περνούσε ο κόσμος στο ορεινό και άγονο χωριό των Τζουμέρκων. Θυμάμαι την καμπάνα που κτυπούσε πένθιμα καθημερινά, από την πείνα πέθαιναν άνθρωποι. Ήθελε να αλλάξει κάτι σε αυτόν τον τόπο».

Όπως μας πληροφορεί, ο Μήτσος, πήγε στο Σχολαρχεία στο Συρράκο και παραλληλα, δούλευε σαν εργάτης, μαστορόπουλο, κουβαλούσε λάσπη για το μεροκάματο μαζί με μαστόρους. Ένας θείος του, ο δάσκαλος ο Παπαβασίλης Κοσμάς, είχε διακρίνει την εξυπνάδα του, την ευφυΐα του και για αυτό τον είχε υπό την προστασία του.

Αποφοίτησε από το Σχολαρχείο το 1926 και συνέχισε στο «Διδασκαλείο Ιωαννίνων», όπου άρχισε να μελετά τον μαρξισμό και έγινε μέλος του ΚΚΕ. Αποφοίτησε το 1931 και τον επόμενο χρόνο κατέβηκε στην Αθήνα αναζητώντας δουλειά ως δάσκαλος, όμως μάταια.

«Η προδοσία πάντα λειτουργούσε. Ο κόσμος ήταν διχασμένος. Ο Μήτσος έδινε μάχες. Η δράση του ήταν πλέον γνωστή. Ήταν κομμουνιστής. Επιστρέφει στα Γιάννενα…», σημειώνει ο κ. Λαγός.

Στα Ιωάννινα, παίρνει απολυτήριο από την Ζωσιμαία Σχολή Ήθελε να συνεχίσει σπουδές στην Φιλοσοφία και τη Νομική. Ένα θεατρικό του έργο, το οποίο είχε υπογράψει με ψευδώνυμο, παίχτηκε εκείνα τα χρόνια στο Εργατικό Κέντρο Ιωαννίνων και είχε μεγάλη επιτυχία.

Τον Μάρτη του 1936, διοργάνωσε τη «μαθητική απεργία της Ζωσιμαίας», που ήταν η αγωνιστικότερη της εποχής και κράτησε 10 μέρες.

Λίγες ημέρες μετά την επιβολή του καθεστώτος της 4ης Αύγουστου 1936, στις 10 του μήνα, συλλαμβάνεται από τις Μεταξικές αρχές, εξορίζεται στην Ανάφη, από εκεί το 1937, μεταφέρεται στην Ακροναυπλία, στην Αίγινα, στη Λάρισα, στο Χαιδάρι. Οι επιστολές του προς την οικογένεια του από τις φυλακές, μαρτυρούν το ήθος και τις αξίες του δάσκαλου από το Μιχαλίτσι.

«Δεν έκανε ποτέ δήλωση μετανοίας». Όταν κάποτε ο πατέρας του, ύστερα από πιέσεις της Μεταξικής δικτατορίας, του έγραφε να υπογράψει δήλωση μετανοίας, για να βγει από το κάτεργο της Ακροναυπλίας, η απάντησή του ήταν, «τις ιδέες μου δεν τις προδίδω, ούτε και το λαό μου», ενώ έκλεινε το γράμμα του με το αρχαίο ρητό «Κάλλιον εντάφιον, η τιμή. Ναι. Κάλλιον εντάφιον η τιμή».

Απευθύνεται πάντα με σεβασμό στην οικογένεια. Το κάθε γράμμα του, ξεκινούσε με την πρόταση «Σεβαστοί μου γονείς….»

Στις 12 Ιουλίου (Αλωνάρη) του 1941, από την Ακροναυπλία θα γράψει:

«…η ζωή μας από κάθε άποψη είναι μαρτυρική. Τρώμε 60 δράμια ψωμί την ημέρα… Οι ντομάτες και οι πατάτες τα μόνα πράγματα που βρίσκουμε για την ώρα έχουν 20 δραχμές η οκά. Ζούμε, είναι ένα λόγος μοναχά….».

Σε άλλη επιστολή παρακαλεί τους γονείς του και τα αδέλφια του να μην στεναχωριούνται…«για τους τοίχους της φυλακής που τον κρατούν σκλάβο….Ας είναι… Όλα θα περάσουν. Αν ζήσω και βγω από εδώ καλά, δεν θα ζήσω, τι να γίνει; Ο καθένας μας μια ζωή χρωστάει. Άλλοι την δίνουν σήμερα, άλλοι θα την δώσουν αύριο.

Ο Δημήτρης Κοσμάς, ήταν από τους έξι δασκάλους που εκτελέστηκαν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Λάμπρος Καραγιώργος, του Κωνσταντίνου και της Μαρίας

Παιδί πολύτεκνης οικογένειας, ο Λάμπρος Καραγιώργος γεννήθηκε στα ορεινά Θεοδώριανα στην Άρτα. Συνελήφθη από τις Γερμανικές αρχές Κατοχής, για αντιστασιακή δράση μέσα από της γραμμές του ΕΑΜ. Την 1η του Μάη το 1944 εκτελέστηκε στον τοίχο της Καισαριανής. Στα 33 του χρόνια.

«Πες στην μάνα να μην κλάψει… κάναμε το χρέος για την πατρίδα…» Αυτά τα λόγια, είπε λίγες ώρες πριν από την εκτέλεση του, την τελευταία νύχτα, στον φίλο του Κωνσταντίνο Νάκη που πήγε στο Χαϊδάρι να τον αποχαιρετήσει.

«Λαμπράκη μου σαφησα μικρό και δεν γύρισες ποτέ..», είναι το μοιρολόι της μαυροντυμένης μητέρας του, της γιαγιάς Μαρίας, που πάντα θυμάται ο ανηψιός του, ο οποίος πήρε και το όνομα του. Ο Λάμπρος Καραγιώργος, με συγκίνηση ξεδιπλώνει σήμερα στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, όλα όσα

σαν οικογένεια δεν τολμούσαν να αναφέρουν, ούτε και μέσα στο σπίτι, όπως λέει, γιατί πάντα στη μικρή κοινωνία της Άρτας, των σκοτεινών 10ετιών του ’50, του ’60, της Χούντας, ο φόβος στραγγάλιζε το συναίσθημα.

«Ο πατέρας μου, ποτέ δεν ανέφερε τίποτα για τον αδικοχαμένο αδελφό του. Σιωπή, μόνο σιωπή. Μοιρολογούσε η γιαγιά Μαρία, απέραντη θλίψη. Ο καημός της ήταν που έφυγε μικρός και δεν ξαναγύρισε. Όμως, κανένας δεν μιλούσε… Εγώ γεννήθηκα το 1948. Τέσσερα χρόνια μετά την εκτέλεση του θείου μου. Γι’ αυτό μου έδωσαν και το όνομα του. Πολλά χρόνια μετά έμαθα από τον άλλο αδελφό του πατέρα μου, για την αντιστασιακή δράση του θείου Λάμπρου και την εκτελεστή του».

Όπως αναφέρει ο κ. Καραγιώργος, ο γενναίος θείος του Λάμπρος, βρέθηκε στην Αθήνα του Μεσοπολέμου στα 16 του χρόνια, μόλις τελείωσε το Σχολαρχείο. Δούλευε σε κλωστοϋφαντουργία. Πήρε τον δρόμο για μία καλύτερη ευκαιρία στη ζωή, που δεν πρόλαβε να ζήσει.

Στον τοίχο της Καισαριανής, εκείνη την Πρωτομαγιά, ξεκληρίστηκε η οικογένεια Ροζάνη, από την Ζίτσα Ιωαννίνων

Ο πατέρας Γεώργιος 52 ετών και ο Γιάννης, μονάκριβο παιδί του 22 χρόνων, εκτελέστηκαν στο σκοπευτήριο. Η πίκρα από το πρόσωπο της τραγικής μητέρας Ελένης Ροζάνη, που έμεινε ολομόναχη πίσω, δεν έσβησε ποτέ, μέχρι τη στιγμή που πέθανε το 1977.

Η οικογένεια του Γεωργίου Ροζάνη, είχε μεταναστεύσει από την Ζίτσα στην Αθήνα, την περίοδο του Μεσοπολέμου για ένα καλύτερο μέλλον, ακολουθώντας κάποιους συγγενείς. Στην Πεντέλη, άνοιξαν ένα μπακάλικο, όπου εργάζονταν όλοι και ξεκίνησαν μια νέα ζωή.

Συγγενικό πρόσωπο της οικογένειας, η συγγραφέας Βούλα Λεοντίδη Πλάτωνος, μίλησε για την θεία Ελένη, που όσο ζούσε, είχε την ψευδαίσθηση, πως θα ξαναδεί το γιό της. Όπως αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, την θυμάται στο σπίτι της ανιψιάς της στα Μελίσσια, όπου την φιλοξενούσαν τα τελευταία χρόνια της ζωής της,

«Πάντα… περίμενε, δεν ήθελε να πιστέψει μέσα της, πως έχασε τον Γιάννη και τον Γιώργη της, ήλπιζε….

Είχε την “ανίκητη” ελπίδα, να ξαναδεί τον γιό της», αναφέρει η κ. Λεοντίδη Πλάτωνος, η οποία μας μεταφέρει με συγκίνηση ό,τι θυμάται από τις συναντήσεις με την θεία Ελένη, εικόνες και κουβέντες που την συγκλονίζουν ακόμη και σήμερα.

«Καθόταν πάντα σε μια πολυθρόνα απέναντι από το τζάκι. Σχεδόν αμίλητη και αφηρημένη. Έχω την εικόνα. Είχε πίσω της, την πόρτα… Όταν την άκουγε να ανοίγει, ταραζόταν και ρωτούσε… το παιδί μου ήρθε; Πάντα περίμενε, δεν ήθελε να πιστέψει μέσα της πως έχασε τον Γιάννη, ήλπιζε σε ένα ψέμα ή σε ένα θαύμα….».

Η κ. Βούλα Λεοντίδη Πλάτωνος μας μεταφέρει όσα η θεία Ελένη της είχε πει για τις συλλήψεις του άνδρα και του παιδιού. Όπως αναφέρει, ο Γιάννης κάποιο πρωί, έφυγε από την Πεντέλη για να κατεβεί στην Αθήνα, προκειμένου να ψωνίσει για το παντοπωλείο. Όμως, έπεσε σε γερμανικό μπλόκο, πιθανόν στον Κολωνό και η οικογένεια τον έχασε. Ο πατέρας του άρχισε να τον αναζητεί, ώσπου πληροφορήθηκε πως είχε συλληφθεί από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Προσπάθησε πολύ για να τον αφήσουν ελεύθερο και ζήτησε να συλληφθεί ο ίδιος, προκειμένου να επιστρέψει στο σπίτι το παιδί του. Η εξέλιξη ήταν απρόσμενη. Οι Γερμανοί συνέλαβαν και τον πατέρα….

«Αυτές είναι οι από καρδιάς διηγήσεις της μάνας που, δεν θέλησε ποτέ να πιστέψει, πως άδειασε η αγκαλιά της για πάντα», συμπλήρωσε.




Moscow.media
Частные объявления сегодня





Rss.plus
















Музыкальные новости




























Спорт в России и мире

Новости спорта


Новости тенниса