Εκλογές ’27: διλήμματα και διακυβεύματα
Περίπου ένας χρόνος απέμεινε για τις επόμενες εθνικές εκλογές και το πολιτικό τοπίο παραμένει ρευστό και αβέβαιο. Μπορεί οι δημοσκοπήσεις να δίνουν άνετο και αδιαμφισβήτητο προβάδισμα στο κυβερνητικό κόμμα, ωστόσο, το διακύβευμα της κάλπης ξεπερνάει το στοίχημα της διαφαινόμενης πρωτιάς της Νέας Δημοκρατίας ακόμα και στην – απίθανη αυτή τη στιγμή – περίπτωση της εξασφάλισης μιας νέας αυτοδυναμίας. Αυτό φάνηκε καθαρά στη διαχείριση της τρέχουσας αυτοδύναμης θητείας της στη διάρκεια της οποίας η κυβέρνηση επαναπαύθηκε στην άνετη πλειοψηφία της συμμετέχοντας στη διαμόρφωση ενός πολωτικού κλίματος που έγινε βούτυρο στο ψωμί του λαϊκισμού μέσα και έξω από τη Βουλή.
Ο Πρωθυπουργός έσπευσε από την πρώτη στιγμή να ξορκίσει τις αδυναμίες της αυτοδυναμίας του λέγοντας ότι «αντιπολίτευση θα είναι τα προβλήματα της κοινωνίας» και δεσμεύτηκε για τολμηρές μεταρρυθμίσεις τις οποίες όμως δεν αποτόλμησε με αποτέλεσμα οι ανισότητες να διευρύνονται και το πελατειακό κράτος να παραμένει άθικτο όπως δείχνουν τα σκάνδαλα που βλέπουν καθημερινά το φως της δημοσιότητας. Αντίθετα, οι τακτικίστικες παλινωδίες στις επιτροπές της Βουλής, η απαξίωση των «ενοχλητικών» Ανεξάρτητων Αρχών, ακόμα και η αναίρεση δικών του συναινετικών λογικών, όπως έγινε με την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν πείθουν για την ανάγκη μιας τρίτης διαδοχικής αυτοδύναμης διακυβέρνησης.
Η εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας απαιτεί την ύπαρξη δύο πόλων εξουσίας, εναλλασσόμενων κατά τη βούληση των πολιτών. Απαιτεί δηλαδή, πέραν της κυβερνητικής πλειοψηφίας και μια ισχυρή κοινοβουλευτική αντιπολίτευση ικανή να πιέζει αποτελεσματικά, αλλά και αποφασισμένη να διεκδικήσει την εξουσία στη βάση της δικής της εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης. Στη σημερινή συγκυρία η ευθύνη αυτή βαραίνει κυρίως στην αξιωματική αντιπολίτευση. Ωστόσο, το αφήγημα του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ παραμένει αδύναμο καθώς το μήνυμα της αυτόνομης πορείας θολώνει από το παρακολούθημα των «προοδευτικών» δυνάμεων τις οποίες συγκροτούν διαλυμένα κόμματα και επιστρέφοντες πολιτικοί που έβαλαν τη χώρα σε περιπέτειες.
Το στοίχημα της διπολικής ανασυγκρότησης του πολιτικού συστήματος μπορεί να κερδηθεί στις ερχόμενες εκλογές με την ανάδειξη μιας ευρείας και ενιαίας δημοκρατικής παράταξης έτοιμης να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που θα της αναθέσει η ετυμηγορία της κάλπης. Ωστόσο, εξίσου σημαντικό είναι να κερδηθεί και το στοίχημα της πολιτικής σταθερότητας. Για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων ο όρος «σταθερότητα» έχει ταυτιστεί είτε με την κυβερνητική αυτοδυναμία είτε με τη συγκυβέρνηση των δύο πόλων. Στην πραγματικότητα η πολιτική σταθερότητα της χώρας εξασφαλίζεται όταν τα βασικά κόμματα εξουσίας είναι προσηλωμένα στην ευρωπαϊκή της πορεία καθώς και στις αρχές και τους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας ανεξαρτήτως των διαφορετικών πολιτικών και ιδεολογικών τους προσανατολισμών.
Τις συνθήκες ρευστότητας του πολιτικού σκηνικού επιτείνει η αναμονή των αποφάσεων για την ίδρυση ή μη νέων κομμάτων. Από την άποψη αυτή οι προβλέψεις για τη συγκρότηση της επόμενης Βουλής είναι πολύ παρακινδυνευμένες, όπως άλλωστε δείχνει και η εικόνα των δημοσκοπήσεων. Μπορεί ο εκλογικός πήχης που θέτει το κάθε κόμμα να εκφράζει τις θεμιτές του προσδοκίες, ωστόσο, τον πρώτο λόγο έχει η κάλπη η οποία θα διαμορφώσει τους κομματικούς συσχετισμούς και το πλαίσιο των ενδεχόμενων προγραμματικών συγκλίσεων. Γι’ αυτό άλλωστε και κάθε προσπάθεια για την εκ των προτέρων δέσμευση της μετεκλογικής στάσης της αξιωματικής αντιπολίτευσης γίνεται αποκλειστικά για λόγους κομματικής και προσωπικής πολιτικής επιβίωσης.
Ο Γιάννης Μεϊμάρογλου είναι εκδότης του ηλεκτρονικού περιοδικού «Μεταρρύθμιση».
