Το Δίκαιο να αναγνωρίσει ότι τα ζώα δεν είναι… πράγματα
Η ελληνική έννομη τάξη έχει κάνει βήματα στην προστασία των ζώων, όμως ο πυρήνας του προβλήματος παραμένει: στο Αστικό και, σε μεγάλο βαθμό, στο Ποινικό Δίκαιο τα ζώα εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως «res», ως αντικείμενα δικαίου. Αυτή η θεμελιώδης κατάταξη δεν είναι μια θεωρητική λεπτομέρεια· παράγει απτές και συχνά άδικες συνέπειες. Στο Ποινικό Δίκαιο, ο Ν. 4830/2021 ενίσχυσε σημαντικά το πλαίσιο ποινικής προστασίας, προβλέποντας αυστηρές κυρώσεις για κακοποίηση. Ωστόσο, ακόμη και εκεί, το ζώο προστατεύεται κυρίως ως έννομο αγαθό που αξίζει προστασία, όχι ως φορέας αυτοτελούς δικαιώματος. Η βαρύτητα πέφτει στην πράξη του δράστη και όχι στην αναγνώριση της εγγενούς αξίας του ίδιου του ζώου. Στο Αστικό Δίκαιο, η αντίφαση είναι ακόμη πιο εμφανής.
Αν ένα δεσποζόμενο ζώο δεχθεί επίθεση στη βόλτα από άλλο ζώο και τραυματιστεί ή θανατωθεί, ο ιδιοκτήτης του μπορεί να στραφεί δικαστικά μόνο για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας: για τα κτηνιατρικά έξοδα ή για την «απώλεια» ενός περιουσιακού στοιχείου. Δεν μπορεί, όμως, να διεκδικήσει χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη λόγω της σωματικής βλάβης ή του θανάτου του ζώου, όπως θα συνέβαινε σε περίπτωση προσβολής ανθρώπου. Το δίκαιο αναγνωρίζει τη ζημία στο πορτοφόλι, όχι τον δεσμό.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στο κληρονομικό δίκαιο. Τα ζώα κληρονομούνται ως αντικείμενα, μαζί με τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία. Μπορεί να περιέλθουν σε πρόσωπα που δεν τα επιθυμούν ή που δεν είναι κατάλληλα να τα φροντίσουν, χωρίς να λαμβάνεται θεσμικά υπόψη το συμφέρον του ίδιου του ζώου. Κι όμως, κάθε ζώο έχει προσωπικότητα, ιδιαιτερότητες, συναισθηματικές ανάγκες.
Η συζήτηση, λοιπόν, δεν αφορά υπερβολές ή ανθρωπομορφισμούς. Αφορά την ανάγκη το δίκαιο να αναγνωρίσει ότι τα ζώα δεν είναι απλά πράγματα. Είναι έμβια όντα με δική τους αξία και με δεσμούς που το ίδιο το νομικό μας σύστημα οφείλει να αποτυπώσει με μεγαλύτερη ακρίβεια και δικαιοσύνη.
