Βρίζοντας στη Βουλή
Πριν από μερικές μέρες, ο αρχηγός πολιτικού κόμματος και βουλευτής, Κυριάκος Βελόπουλος, διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στον πρόεδρο της Βουλής επειδή ένας άλλος βουλευτής, ο Κωνσταντίνος Φλώρος, εκλεγμένος με τους «Σπαρτιάτες» και σήμερα ανεξάρτητος, τον αποκάλεσε «απατεώνα, σαχλαμάρα και καράφλα». Ο Φλώρος, που στο παρελθόν έχει υποστεί πειθαρχική ποινή για ανάρμοστη συμπεριφορά (έδωσε μια γροθιά στον συνάδελφό του, βουλευτή της Ελληνικής Λύσης, Βασίλη Γραμμένο), δίνει παραλλαγή της εκδοχής του Βελόπουλου: ισχυρίζεται ότι δεν χρησιμοποίησε τον χαρακτηρισμό «καράφλας», αλλά είπε στον Βελόπουλο «να πάει να πουλήσει καμία κηραλοιφή για την καράφλα».
Ο καβγάς είναι παιδικός, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι τον έκαναν κοινοβουλευτικοί με εμβρυϊκή σκέψη. Η ποινή που θα τους βάλει ο επιτηρητής τους είναι σωστό να είναι επίσης παιδική: να γράψουν χίλιες φορές «Δεν θα το ξανακάνω» ή να μείνουν με τη μύτη στον τοίχο. Μην ξεχνάμε πάντως ότι ο Βελόπουλος είναι το ίδιο πρόσωπο που σε κοινοβουλευτική αγόρευσή του, λίγες μέρες πριν, είχε χρησιμοποιήσει μια αγοραία χυδαιότητα για την πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Ελλάδα, για την οποία σίγουρα είναι περήφανος. Γιατί να μην είναι; Ο άνθρωπος που διακίνησε τη μούφα περί ξυλολίου, που ισχυρίστηκε ότι υπήρξαν περισσότεροι οι νεκροί στα Τέμπη από τους διαπιστωμένους 57 ή διατεινόταν ότι υπήρξαν βαγόνια που εξαερώθηκαν συνεχίζει να ασκεί τα καθήκοντά του χωρίς καμία κύρωση, ούτε κοινοβουλευτική ούτε άλλη. Γιατί να μην το κάνει; Το δικαιούται. Είναι ο άνθρωπος με φαλάκρα που πουλούσε φάρμακο κατά της φαλάκρας. Ο άνθρωπος που πουλούσε υποτίθεται ιδιόγραφες επιστολές του Ιησού Χριστού. Και, βέβαια, ο άνθρωπος που διατείνεται ότι θέλει να κυβερνήσει τη χώρα.
Για την ώρα, πάντως, τέτοιες προσωπικότητες το μόνο που έχουν καταφέρει είναι να κατεβάσουν ακόμα περισσότερο την ήδη χαμηλή ποιότητα του κοινοβουλευτικού λόγου. Με δυο τρόπους. Χρησιμοποιώντας ψέματα, κουτσομπολιά, μυθολογίες, φλυαρίες και εξυπνάδες. Αλλά και μέσω της αγένειας – η κουλτούρα της οποίας είναι ευρέως διαδεδομένη στη χώρα, επιβραβεύεται στα σχολεία, δεσπόζει στις δημόσιες συμπεριφορές και συνοδεύει, πάντα, μα πάντα, το μίσος. Ενα μίσος πρωτόγονο, αντανακλαστικό, που κυρίως στρέφεται κατά της γνώσης και κατά της νηφαλιότητας, κατά της αγωγής και των κανόνων που προϋποθέτουν την κοινωνική συμβίωση.
Αυτό το μίσος ο Βελόπουλος το «συσκευάζει» σε δήθεν αφέλεια, σε δήθεν λαϊκότητα – σε μια μυξοευγένεια που τη χρησιμοποιεί για να την ειρωνευτεί. Αντίθετα απ’ αυτόν, το μίσος είναι το βασικό κίνητρο στις δημόσιες συμπεριφορές της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πολιτική αντιπαλότητα η αρχηγός της Πλεύσης Ελευθερίας ήταν η παρέμβασή της, πάντα με αγριοφωνάρα, την ώρα που ο Πρωθυπουργός έλεγε για το γλυκό που είχε φέρει στη Βουλή για τα γενέθλιά του. «Μη μας δηλητηριάσετε», φώναξε η αγενής πολιτικός – η οποία δήθεν ψέγοντας τον Πρωθυπουργό που δεν χάνει τον χρόνο του να ακούει όσα λέγονται στη Βουλή χρησιμοποίησε το γνωστό υποκοριστικό του ονόματός του, την αγοραία προσφώνηση τη δήθεν υποτιμητική για την προσωπικότητά του.
Ο κοινωνικός χυλός στον οποίο επενδύουν τα λαϊκιστικά κόμματα, προφανώς, ψωνίζει τέτοιες συμπεριφορές. Ηταν, είναι και θα είναι περιθωριακές – και άκυρες. Η πολιτεία των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ έχει δείξει τι συμβαίνει όταν γίνονται πλειοψηφικές.
