Επί σκηνής
Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου σήμερα, μια παγκόσμια ημέρα με άρωμα Ελλάδας αφού σε ετούτα εδώ τα μάρμαρα που δεν πιάνει κακιά σκουριά πρωτοεμφανίστηκε η «αρχαία σκουριά» του θεάτρου. Πριν ακόμη από τους μεγάλους μας τραγικούς, από τον 6ο π.Χ. αιώνα και τον Θέσπι, που θεωρείται ο δημιουργός της τραγωδίας και ο πρώτος ηθοποιός. Και, τουλάχιστον στα δικά μου χρόνια, από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου μαθαίναμε τι είναι, κατά τον Αριστοτέλη, τραγωδία, ωδή τράγων δηλαδή, κάτι που, πιθανότατα, φανερώνει τη σχέση της με το τελετουργικό της θυσίας. Αλλά τι σημασία έχει η ετυμολογία όταν ο αριστοτελικός ορισμός αναφέρεται σε μίμηση σπουδαίας πράξης, με αρχή, μέση και τέλος (μέγεθος εχούσης), με ελκυστικό (ηδυσμένο) λόγο και, κυρίως, «δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Που σημαίνει ότι ο θεατής πρέπει να βγει από το θέατρο «καθαρός», να νιώσει τη δικαίωση που επήλθε, ένα είδος ισορροπίας, μετά τα όσα είδε να συμβαίνουν επί σκηνής.
Αν και δεν πιστεύω στην απευθείας σύνδεσή μας με τους αρχαίους ημών προγόνους, θεωρώ ότι η δυναμική αυτής της τέχνης στη συλλογική μας συνείδηση κρατάει καλά. Το διαπιστώνω όταν το καλοκαίρι παρακολουθώ παραστάσεις σε ανοιχτά συνοικιακά θέατρα ή αντίστοιχα σε πόλεις της περιφέρειας. Εκεί όπου μαζεύονται οι άνθρωποι της γειτονιάς, που δεν είμαι σίγουρη αν όλοι γνωρίζουν τι πρόκειται να δουν, αλλά αφού το θέατρο είναι τόσο κοντά στο σπίτι τους, γιατί να μην πάνε; Το θεωρούν μάλιστα και τιμή που γνωστοί ηθοποιοί φτάνουν μέχρι τη συνοικία ή την πόλη τους. Τους βλέπω και τους χαίρομαι έτσι όπως έρχονται με τα μαξιλαράκια τους, τα νεράκια τους και – γιατί όχι; – με τα φρουτάκια τους στα τάπερ. Πριν από την παράσταση ανταλλάσσουν καλούδια και μικροκουτσομπολιά και μετά την έναρξη αφοσιώνονται στο θέαμα. Είναι φορές που τους παρακολουθώ με μεγαλύτερο ενδιαφέρον από όσο το ίδιο το έργο. Βλέπω τη συγκίνηση στα μάτια τους, νιώθω πως ο θεατρικός λόγος πιάνει αμέσως ρίζα στην ψυχή τους, πολύ περισσότερο απ’ όσο στους «εκπαιδευμένους» θεατές που είναι εγκλωβισμένοι στον μικρόκοσμο μιας τάχα διανόησης.
Είχα την τύχη (διότι εντελώς τυχαίο ήταν) να μυηθώ στο θέατρο σχεδόν από μωρό. Η πρώτη ανάμνηση γενικά της ζωής μου από παράσταση ήταν (αν και το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι έπαιζα με τα χαλικάκια κάτω από τις καρέκλες αφού το θέατρο ήταν καλοκαιρινό). Θυμάμαι όχι το ίδιο το έργο αλλά τη ρόμπα του Χορν όταν έπαιζε το «Σλουθ» με τον Αλεξανδράκη. Και επειδή η μητέρα μου δεν με πήρε μαζί της στα «40 καράτια» με την Ελλη Λαμπέτη, έκανα απεργία πείνας. Αλλά, λίγα χρόνια αργότερα, έκανα μέρα παρά μέρα κοπάνα από τα φροντιστήρια για να τη δω και να τη ξαναδώ στο «Δεσποινίς Μαργαρίτα». Στις επιθεωρήσεις του Ελεύθερου Θεάτρου ανακάλυψα μια καινούργια γλώσσα αλλά και ένα καινούργιο «τοπίο» της πραγματικότητας. Στον «Ερωτόκριτο» του Ευαγγελάτου, στη «Σπασμένη Στάμνα» με τον Βογιατζή, έκλαιγα χωρίς να ξέρω γιατί. Οπως έκλαιγα και το περασμένο καλοκαίρι στον «Ξένο» του Μαρμαρινού. Και δεν νομίζω ότι το θέατρο με έκανε καλύτερο άνθρωπο, με βοήθησε όμως όσο τίποτα άλλο να καταλάβω καλύτερα τους ανθρώπους.
Στο σήμερα
Αναρωτιέμαι τι θα μπορούσε, αντίστοιχα, να συγκινήσει σήμερα ένα πολύ νέο παιδί. Σε μια εποχή μάλιστα που, θεωρητικά, το ελληνικό θέατρο περνά μια περίοδο ακμής και μόνο στην Αττική υπολογίζεται ότι 27.000 περίπου θεατές παρακολουθούν κάθε βράδυ κάποια παράσταση. Σίγουρα θα υπάρχουν πολλά, αλλά μέσα σε αυτή την πληθώρα τυχαία θα πέσει επάνω τους. Στα περισσότερα έργα η σπουδαία και τέλεια πράξη έχει αντικατασταθεί από απευθείας καταγγελία που δίνει στον θεατή μασημένη τροφή και δεν αφήνει περιθώρια στη φαντασία. Η αυτοαναφορικότητα των σκηνοθετών ισοπεδώνει ακόμη και κορυφαίους δραματουργούς. Το έλεος και ο φόβος αντικαθίσταται από τη συγκίνηση που γρατσουνίζει η ανάμνηση. Ολο και λιγότεροι ηθοποιοί «δρουν», οι περισσότεροι απαγγέλλουν.
Και θεωρώ πως ό,τι «σπαρταράει» σήμερα στο θέατρο έρχεται, καθ οιονδήποτε τρόπο, με δύναμη από τις δεκαετίες του 1980 και 1990.
