Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και ΠΑΣΟΚ
Αν και οι διαφορές ανάμεσα στη γαλλική και στην ελληνική πολιτική ζωή είναι περισσότερες και μεγαλύτερες από τις ομοιότητες, τα διλήμματα του γαλλικού Σοσιαλιστικού κόμματος και οι λύσεις που θα δοθούν στο επόμενο διάστημα αντανακλώνται και στο ΠΑΣΟΚ -όπως αντανακλώνται σε όλα σχεδόν τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη. Ιδιαίτερα στο ιταλικό Partito Democratico και στους Βρετανούς Εργατικούς, που περιλαμβάνουν διαφορετικές ιδεολογικές ομάδες και εμφανίζουν φυγόκεντρες τάσεις στο εσωτερικό τους, απαιτείται διαρκής τροφοδότηση με συγκολλητική ουσία για να μην υποστούν ενδόρρηξη.
Το πρόβλημα είναι ότι μερικές από αυτές τις φράξιες, όπως π.χ. η «Socialist Left» του Jeremy Corbyn, δεν διαφοροποιούνται σε τίποτα από τους ριζοσπαστικούς, κομμουνιστικούς ή woke ακτιβιστικούς σχηματισμούς. Αυτή νομίζω πως είναι, πάνω κάτω και σε ελληνικό στιλ, η στάση που επικρατεί προς το παρόν στο ΠΑΣΟΚ.
Όμως, στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές στη Γαλλία έγινε φανερό κάτι που όλοι ξέραμε και που οι Σοσιαλιστές δεν ήθελαν να δουν: ότι ο συγχρωτισμός με την άκρα αριστερά -την Ανυπότακτη Γαλλία, τους ριζοσπάστες Οικολόγους, τις ομάδες που αυτοαποκαλούνται αντικαπιταλιστικές ή επαναστατικές- δείχνει δειλία και οπορτουνισμό· είναι τοξικός. Όχι επειδή οδηγεί σε ισχνά εκλογικά αποτελέσματα (αντιθέτως, μπορεί να οδηγήσει σε ευκαιριακές επιτυχίες), αλλά διότι αποξενώνει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού από τις πολιτικές διαδικασίες: αν ένας στους τέσσερις Γάλλους βλέπει με συμπάθεια την άκρα αριστερά, τρεις στους τέσσερις αποστρέφουν το βλέμμα· η άκρα αριστερά προκαλεί έντονα πάθη· αυτός είναι ο στόχος της.
Έτσι, στην ατμόσφαιρα του hangover μετά τις εκλογές, οι Σοσιαλιστές καλούνται να αποφασίσουν αν θα προχωρήσουν δίπλα ή απέναντι στους αριστερούς ριζοσπάστες που μοιάζουν να συνεχίζουν την παράδοση των πιο ακραίων Ιακωβίνων: το κόμμα του Zαν-Λυκ Μελανσόν υπερηφανεύεται για την προσκόλλησή του στη μνήμη του Ροβεσπιέρου. Παραλλήλως, στο Σοσιαλιστικό κόμμα έχουν διαμορφωθεί εδώ και πολύ καιρό δύο πτέρυγες: τη μία εκπροσωπεί, με όλο και λιγότερο ενθουσιασμό, ο επικεφαλής του κόμματος Olivier Faure, ο οποίος, μέχρι τώρα τουλάχιστον, πριμοδοτούσε τις συνεργασίες με την Ανυπότακτη Γαλλία και με τα απολειφάδια της άκρας αριστεράς· την άλλη εκπροσωπούν η Carole Delga, ο Jérôme Guedj, ο Raphaël Glucksmann, ο François Hollande (οψίμως: ο πρώην πρόεδρος είναι πονηρός) και μια σειρά από άλλα στελέχη που πρόσκεινται στην επονομαζόμενη «ρεπουμπλικανική αριστερά» (με επικεφαλής τον δήμαρχο της Ρουέν Nicolas Mayer-Rossignol), η οποία μπορεί, με λίγη προσπάθεια, να εξελιχθεί σε σύγχρονη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Μέχρι σήμερα πάντως, το Σοσιαλιστικό κόμμα της Γαλλίας δεν διεκδίκησε ποτέ σοσιαλδημοκρατική ταυτότητα: ήταν «κόμμα της αριστεράς», που, στο πέρασμα του χρόνου, κατρακύλησε προς την πολυπολιτισμικότητα, ευνόησε τον κοινοτισμό και υιοθέτησε ισλαμοφιλικό και woke λεξιλόγιο.
Η εξέλιξή του, ή η στασιμότητά του, τού στοίχισε ακριβά: ένα μέρος των ψηφοφόρων του κινήθηκε προς το κέντρο (Renaissance, MoDem, Horizons), ένα άλλο προς τους Ανυπότακτους. Όμως, τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών, έδειξαν ότι το κοινό επικροτεί τον σαφή διαχωρισμό και την απόσταση των Σοσιαλιστών από τους ακροαριστερούς, ο βίος και η πολιτεία των οποίων θυμίζει το Εθνικό Μέτωπο επί Ζαν-Μαρί Λεπέν: προκλήσεις, άσεμνες χειρονομίες και ύβρεις κατά παντός.
Το Σοσιαλιστικό Κόμμα συντίθεται σήμερα από δεδηλωμένους σοσιαλδημοκράτες -όπως, εκτός από τους προαναφερθέντες, τον Manuel Valls- κι από σοσιαλιστές όπως τον Jean-Christophe Cambadélis ο οποίος μέχρι πρότινος πίστευε ότι «σωστή» είναι η σοσιαλιστική γραμμή που αγωνίζεται εναντίον της επάρατης δεξιάς και υπέρ μιας ευέλικτης laïcité -σήμερα φαίνεται αλλαγμένος. Με λίγα λόγια, η συμπεριφορά της άκρας αριστεράς -η περιφρόνηση της laïcité, η άκριτη στήριξη των Αράβων και των Ιρανών, ο αντι-εβραϊσμός, η έλλειψη σεβασμού προς τους πολιτικούς τους αντιπάλους, το πνεύμα της διαρκούς εξέγερσης, η έξαλλη αντιφασιστική εκστρατεία στην οποία ως φασίστες εκλαμβάνονται όλοι όσοι διαφωνούν- θέτει το Σοσιαλιστικό κόμμα σε ένα σταυροδρόμι: το αν δηλαδή, μέσω συνεδρίου και εκλογής νέας ηγεσίας, θα κινηθεί προς τη σοσιαλδημοκρατία ή προς τον σοσιαλισμό. Η κατάληξη του διλήμματος δεν αποκλείεται να προκαλέσει διάσπαση των Σοσιαλιστών ή διαρροές σε άλλους σχηματισμούς.
Κάτι παρόμοιο παρατηρείται στο ΠΑΣΟΚ. Η ηγεσία του κ. Ανδρουλάκη εμφανίζει όλα τα στοιχεία της αντι-δεξιάς μανίας και τοξικότητας, με αποχρώσεις προσωπικής αντιζηλίας έναντι του κ. Μητσοτάκη· μια μορφή ταξικού φθόνου ίσως. Ωστόσο, η άνετη εκλογή του κ. Ανδρουλάκη στην προεδρία του κόμματος τον Οκτώβριο του 2024 έδειξε ότι οι οπαδοί του ΠΑΣΟΚ επιζητούσαν γραμμή και ηγεσία παπανδρεϊκού τύπου -λαϊκιστική, υψηλών τόνων, με αναχρονιστική κινηματική ρητορική· «σοσιαλιστική» κατά κάποιον τρόπο.
Η επιλογή της Άννας Διαμαντοπούλου φαινόταν υπερβολικά κοντά στην κυβερνώσα κεντροδεξιά και υπερβολικά κοντά στην Ευρώπη -ο λανθάνων αλλά βιωματικός, ενστικτώδης, «σπλαχνικός» αντιευρωπαϊσμός του παραδοσιακού ΠΑΣΟΚ δεν πρέπει να υποτιμάται. Αν ο κ. Ανδρουλάκης εκπροσωπούσε τον επαρχιακό «σοσιαλισμό» και η κ. Διαμαντοπούλου την ευρωπαϊκή «σοσιαλδημοκρατία», το ρεύμα ήταν σίγουρα εναντίον της. Εναντίον της ήταν και η υπόρρητη προτίμηση της κεντροδεξιάς για την εκλογή της -κάτι που, όπως αναμενόταν, σκλήρυνε τη στάση των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ.
Όμως, η σοσιαλιστική ταυτότητα του κ. Ανδρουλάκη, η σχεδόν ταύτισή του με τη ριζοσπαστική αριστερά (ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά, ΚΚΕ, Πλεύση Ελευθερίας κτλ) δεν φαίνεται να ωφελεί την παράταξή του. Παρά τη διάλυση της ριζοσπαστικής αριστεράς σε όλα αυτά τα μικρά κόμματα, το ΠΑΣΟΚ φαίνεται βαλτωμένο τόσο δημοσκοπικά όσο και επίπεδο ιδεών: όλα όσα διατυπώνει ακούγονται παλιά, σαν ηχώ της δεκαετίας του 1980. Συμπτωματικά, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις, το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ αποσπά το ίδιο περίπου ποσοστό σε πρόθεση ψήφου με το γαλλικό Σοσιαλιστικό κόμμα (14%) -πράγμα που σημαίνει ότι αμφότερα τα κόμματα χρειάζονται καινούργιες κατευθύνσεις και καινούργιες ηγεσίες.
