Γιατί Αντίο;
Σιγά μην την αποχαιρετήσω. Και δεν την κουβαλάω καλύτερα μέσα μου να μου φύγει το βάρος. Να ξαλαφρώσω. Που μπαίνοντας είδα το φέρετρο ανθισμένο και μου κόπηκαν τα γόνατα. Κι έλεγα έχω προετοιμαστεί μήνες τώρα, όταν είχε χαθεί κάθε ελπίδα αφού έσβηνες μέρα τη μέρα. Ερχονταν τα νέα πικρά κι αβάσταχτα.
Οχι κανένα αντίο, τίποτα. Εχω ένα μάρσιππο στα βάθη της ψυχής μου. Εκεί. Σ’ αυτό το εγκόλπιο-ζεστή φωλιά, μαζί με τα λίγα ακριβά που μπορώ να σώσω απ’ τη λήθη.
Το προτιμώ, γιατί η μνήμη είναι ατελής και εξασθενίζει στον καιρό. Ενώ έτσι, εντός μου, κυλάς και χρωματίζεις τη ζωή μου σχεδόν εν αγνοία μου.
Είναι πολλά που μ’ άφησες, νύχτες, στιγμές, γέλια, πρόβες, και παραστάσεις. Μα εκείνο που μου δίδαξες με τίποτα δεν τ’ αλλάζω. Τι σημαίνει Ζω και τι Ερμηνεύω. Πόσο είχες ξεχωρίσει το ένα απ’ το άλλο όπως χωρίζει στο καντήλι το λάδι απ’ το νερό.
Πώς, όταν σε λύγιζε η ζωή κι έφτανες στην κουίντα ένα κουβάρι (έφευγε ο αδερφός σου, τον έχανες μέσα απ’ τα χέρια σου) με το που πάταγες το σανίδι γινόσουν θεόρατη μια λέαινα, τα μάτια σου δυο προβολείς που σάρωναν την αίθουσα, τα χέρια φτερά αετού και η φωνή καμπάνα κρύσταλλο.
– Πώς άντεξες πήγα να σου πω. Μ’ έκοψες. – Μα χωρίς αυτό δεν θάντεχα. Αυτό με κάνει να αντέχω.
Κι ύστερα βράδια στο σπίτι μετά την πρόβα, έμενα τότε στο Λυκαβηττό, όλη η ζωή να ξετυλίγεται κουβάρι. Και γέλια και τραπέζια και ιστορίες παλιές και όνειρα για δουλειές καινούργιες.
Στις πρόβες μ’ έμαθες πολλά. Ολη σου η τέχνη μέσα απ’ τη φόδρα και τις ραφές, πού παίρνεις ανάσα, και γιατί. Πότε χαμηλώνεις τη φωνή σαν αηδονάκι και πότε με μια δύναμη πώς τη γεμίζεις κεραυνό πάνω από γαλήνια θάλασσα.
Αυτά στη σκηνή. Μόλις κατέβαινε; Ποια Μαρινέλλα; Η Κίτσα η Κικίτσα. Να τρέχει να φροντίσει τους πάντες να τα ελέγξει όλα. Δεν θα ξεχάσω στο ταξίδι για το Λας Βέγκας που μας έστειλε ο Μαροσούλης να φέρουμε μπαλέτα μάγους και θαλάσσιους ελέφαντες, με το που μπήκαμε στο αεροπλάνο για το μεγάλο ταξίδι – Μην καθίσει κανείς – έριξε απάνω της μια μεταξωτή ρόμπα, πήρε μαντιλάκια με απολυμαντικό και καθάρισε καθίσματα χερούλια τραπεζάκια με φοβερή μανία.
Στο σπίτι της δε, να σε καλωσορίσει, να σε ποτίσει, να σε ταΐσει – Σολομό; Δεν έφαγες σολομό. Τα τυροπιτάκια δεν θα τα δοκιμάσεις; Ονειρο – Δεν μιλάμε τις πρόβες που έφερνε φαγητό για όλους.
Κι είχε δυο πράγματα μαζί που σε σκλαβώναν. Εκεί που έβλεπες το μάτι σίγουρο και αποφασισμένο, εκεί ξαφνικά γινόταν ένα μικρό παιδί που ζητάει προστασία. Θυμάμαι μια μέρα έρχεται στο Παλλάς.
– Εγώ σήμερα θα πατήσω πόδι. Λοιπόν δεν θα αρχίσω με το “Καμιά φορά” και δεν θα κάνω φινάλε με την “Πέτρα“.
Σηκώθηκα ότι φεύγω.
– Σταμάτη πού πας;
– Πάω να κατεβάσω απ’ την ταμπέλα το Μαρινέλλα γιατί θα πουν χωρίς αυτά, τι Μαρινέλλα θα δούμε;
Γελάσαμε. Τα είπε και τα δυο. Κι ύστερα σε μια άλλη πρόβα θυμάμαι σαν να ζήσαμε ένα θαύμα. Ηταν με τα ρούχα της δουλειάς. Παντόφλες, μια φανελένια ρόμπα και τα μαλλιά ανάκατα τα κράταγε ψηλά το κοκαλάκι.
Αρχισε να τραγουδάει μαρκαριστά ένα τραγούδι του Χαιρόπουλου. «Ελα γι’ απόψε κι αύριο φύγε και μη γυρίσεις». Κι εκεί στη μέση σχεδόν του τραγουδιού άρχισε να το εννοεί, να λέει σαν να ζητά, να παρακαλεί με τρυφερή φωνή σχεδόν σπασμένη,
Ελα. Ελα για απόψε. Ομως ξαφνικά πιάνει να παίρνει δύναμη από τον ίδιο τον έρωτά της, άρχισε με κραυγή σχεδόν να λέει το έλα για απόψε όχι σαν ικεσία, όχι σαν παράκληση, αλλά το τραγουδά σαν να απαιτεί, ή μάλλον σαν να διατάσσει ΕΛΑ ΓΙ’ ΑΠΟΨΕ, κι ύστερα χαμηλά «κι αύριο φύγε» με ύφος δεν με νοιάζει και εντελώς ψιθυριστά «και… και μην γυρίσεις» σαν να του λέει δεν σ’ έχω ανάγκη πια, έχω τον έρωτά μου για σένα κι αυτό μου αρκεί. Οσοι δεν κλαίγαμε χειροκροτούσαμε για ώρα.
Γιαυτό σου λέω: Σιγά μην την αποχαιρετήσω. Θα την κουβαλάω καλύτερα μέσα μου να μου φεύγει το βάρος. Να ξαλαφρώνω.
Οι ώρες οι μαζί σου κορίτσι μου, οι μέρες «που ανατέλλουν στα όνειρά μου τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
Εις όποιο θέμα κι αν περνώ όποιαν ιδέα κι αν λέγω».
Σε γλυκοφιλώ.
Τα ξαναλέμε.
