Πάσχα στα social media: Βίωμα ή περιεχόμενο για τα likes;
Ελληνικό Πάσχα και social media: αυθεντική εμπειρία ή σκηνοθετημένο περιεχόμενο; Αν η πιο κατανυκτική γιορτή της ελληνικής παράδοσης είχε «feed», θα ήταν γεμάτη slow motion αρνιά, aesthetic τσουρέκια και stories με κεριά λίγο πριν το «Χριστός Ανέστη».
Αν υπήρχε και αλγόριθμος, θα προωθούσε το πιο «δυνατό» τσούγκρισμα αυγών και το πιο καλοστημένο οικογενειακό τραπέζι. Ανάμεσα στο βίωμα και την προβολή, το ελληνικό Πάσχα αποκτά μια δεύτερη υπόσταση – αυτή της ψηφιακής αφήγησης. Όχι ως αντικατάσταση, αλλά ως νέα μορφή συμμετοχής, κυρίως για τους νέους, όπου το «είμαι εκεί» συνυπάρχει με το «ανεβάζω ότι είμαι εκεί».
Σε αυτό το μεταβατικό τοπίο, τα πασχαλινά έθιμα δεν χάνονται, αλλά επαναπροσδιορίζονται. Άλλοτε με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, άλλοτε με ανάγκη αποδοχής και άλλοτε με τη σοβαρότητα της πολιτισμικής συνέχειας. Μέσα από τις οπτικές του influencer, της ψυχολογίας και της λαογραφίας, αναδεικνύεται το ερώτημα της εποχής: ζούμε την παράδοση ή τη σκηνοθετούμε;
Από το έθιμο στο viral: όταν η παράδοση γίνεται περιεχόμενο
Στην εποχή της ψηφιακής προβολής, το Πάσχα δεν βιώνεται μόνο· καταγράφεται, επιμελείται και διαμοιράζεται. Ο influencer Ευθύμιος Κάλφας, μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, αποτυπώνει με χιούμορ αυτή τη μετάβαση: «Αν το Πάσχα ήταν trend στο TikTok, ξεκάθαρα το τσούγκρισμα αυγών θα γινόταν viral πρώτο. Γιατί είναι το μόνο έθιμο που έχει νικητή και χαμένο. Έχει content, drama και ανταγωνισμό».
Όπως εξηγεί, το παραδοσιακό έθιμο μετατρέπεται σε «παιχνίδι» με κανόνες engagement. Τίτλοι τύπου «Πώς να κερδίζεις πάντα στο τσούγκρισμα» ή δηλώσεις όπως «το αυγό δεν είναι θέμα τύχης, είναι mindset» εκφράζουν μια νέα, σχεδόν performance εκδοχή της παράδοσης. Ακόμη και η παρουσίαση του πασχαλινού τραπεζιού ακολουθεί άτυπους «κανόνες»: «Το ιδανικό είναι μέχρι τέσσερα stories. Ένα για το ‘έφτασα χωριό’, ένα για τη μαγειρίτσα, ένα για το αρνί σε slow motion και ένα για τον περίεργο θείο. Πάνω από τέσσερα, δεν είσαι creator, είσαι το catering», σχολιάζει με χιούμορ ο Ευθύμιος Κάλφας.
Το χιούμορ, ωστόσο, αποκαλύπτει μια βαθύτερη αλήθεια: η εμπειρία μετατρέπεται σε αφήγηση και η αφήγηση σε προϊόν προς κατανάλωση. «Τα social δεν αλλοιώνουν την παράδοση, απλά τη σκηνοθετούν. Από τη μία, βλέπεις έθιμα και ιστορίες που ίσως δεν ήξερες ποτέ. Από την άλλη, στήνουμε το τραπέζι πιο πολύ για το reel παρά για να φάμε. Η γιαγιά μου έφτιαχνε τσουρέκια για την οικογένεια. Εμείς τα φτιάχνουμε για να γράψουμε ‘’recipe in bio’’», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Η ψυχολογία της προβολής και η ανάγκη επιβεβαίωσης
Η ψυχολόγος Βάνα Παπακίτσου προσεγγίζει το φαινόμενο από επιστημονική σκοπιά, αναδεικνύοντας τις ψυχοκοινωνικές προεκτάσεις της ψηφιακής παρουσίας της παράδοσης. Όπως εξηγεί στο ΑΠΕ, «παραδοσιακές δραστηριότητες δεν αποτελούν πλέον αποκλειστικά βιωματικές εμπειρίες, αλλά μετατρέπονται σε μέσα αυτοπαρουσίασης και κοινωνικής επιβεβαίωσης».
Τα likes και οι προβολές λειτουργούν ως μηχανισμοί ανταμοιβής, ενισχύοντας τη συνεχή έκθεση. Η προβολή παραδοσιακών εθίμων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργεί ως ένδειξη πολιτισμικής συνέχειας και κοινωνικής ένταξης, ενισχύοντας το αίσθημα του «ανήκειν». Ωστόσο, η επιλεκτική παρουσίαση της πραγματικότητας δημιουργεί μια εξιδανικευμένη εικόνα που εντείνει τη σύγκριση και το άγχος. «Η συμμετοχή στα έθιμα δεν καθοδηγείται πλέον μόνο από εσωτερικά κίνητρα, αλλά και από την ανάγκη για αναγνώριση», τονίζει η κ. Παπακίτσου.
Παράδοση και τεχνολογία: εργαλείο ή υποκατάστατο;
Η λαογράφος Δρ Αικατερίνη Πολυμέρου – Καμηλάκη, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, τοποθετεί το ζήτημα σε ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο. Θεωρεί ότι τα social media δεν αποτελούν απειλή, αλλά εργαλείο: «Τα κοινωνικά δίκτυα είναι μέσα που ενισχύουν και προβάλλουν τον πολιτισμό, όχι φορείς και δημιουργοί του». Υπενθυμίζει ότι η αλλοίωση της παράδοσης δεν ξεκίνησε με το Instagram, αλλά ήδη από την εποχή της τηλεόρασης, που συνέβαλε στην ομογενοποίηση των εθίμων.
Η λαογράφος επισημαίνει τη σημασία της ψηφιακής διάσωσης της πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως η παρουσίαση ψηφιοποιημένων συλλογών και δρωμένων στο διαδίκτυο. Παράλληλα, αναφέρεται στη στροφή προς την τοπικότητα και την προστασία των εθίμων, ιδιαίτερα μετά την υπογραφή της Σύμβασης της UNESCO για την άυλη πολιτιστική κληρονομιά. «Η αλυσίδα μετάδοσης του παραδοσιακού πολιτισμού από τους παλαιότερους στους νεότερους έχει κοπεί. Η εκπαίδευση και τα μέσα επικοινωνίας έχουν υποκαταστήσει αυτή τη συνέχεια», υπογραμμίζει.
Ωστόσο, θέτει ένα σαφές όριο: «Τα κοινωνικά δίκτυα δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη βιωματική συμμετοχή στα ζωντανά έθιμα. Το “σαν” της ψηφιακής εμπειρίας δεν μπορεί να αντικαταστήσει το “είναι”». Η κατάνυξη και η χαρμολύπη του Πάσχα, όπως σημειώνει, δεν μεταδίδονται μέσα από οθόνες, αλλά μόνο μέσω της προσωπικής παρουσίας.
Ανάμεσα σε δύο κόσμους: η νέα γενιά και η επανανοηματοδότηση
«Οι νέοι δεν απορρίπτουν την παράδοση, τη μεταφράζουν στη δική τους γλώσσα», λέει ο Ευθύμιος Κάλφας. «Θα πάνε εκκλησία, αλλά θα βγάλουν και story με το κερί σε slow motion». Για εκείνον, η βιωματική και η ψηφιακή εμπειρία συνυπάρχουν αρμονικά, δημιουργώντας μια νέα μορφή συμμετοχής. «Μια πολύ αστεία στιγμή που έχω ζήσει ήταν όταν προσπαθούσα να κάνω “αυθόρμητο” βίντεο σε πασχαλινό τραπέζι και ακούγονταν μαλώματα για την πέτσα του αρνιού. Μάχη όμως κανονική», λέει γελώντας.
Παρά τις αλλαγές, η ουσία της παράδοσης παραμένει ανθεκτική. Δεν βρίσκεται στην τελειότητα της εικόνας, αλλά στη ζωντανή εμπειρία. «Δεν χρειάζεται να τα ζήσεις τέλεια για να έχουν αξία. Αρκεί να είσαι εκεί. Κάποια στιγμή δεν θα θυμόμαστε τι δημοσιεύσαμε, αλλά ποιος μας έσπασε το αυγό και ποιος μας έβαλε λίγο παραπάνω τσουρέκι», καταλήγει.
Το Πάσχα στην εποχή των social media δεν χάνει τη σημασία του. Μετασχηματίζεται: από συλλογική εμπειρία γίνεται και ατομική αφήγηση. Από βίωμα και θύμιση, γίνεται βίωμα που αποτυπώνεται και σε εικόνα. Οι τρεις οπτικές συγκλίνουν σε ένα κοινό σημείο – τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να διατηρήσουν, να προβάλλουν και να επανασυστήσουν την παράδοση, αλλά δεν μπορούν να την αντικαταστήσουν.
