ΔΟΕ: Ο πλανήτης αναμένεται να καταναλώσει λιγότερο πετρέλαιο το 2026, για πρώτη φορά από την πανδημία του κορωνοϊού
Η παγκόσμια κατανάλωση πετρελαίου αναμένεται να μειωθεί το 2026 για πρώτη φορά από το 2020, χρονιά που ξέσπασε η πανδημία του Covid-19. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (ΔΟΕ), η πτώση αυτή θα οφείλεται σε ελλείψεις και αυξήσεις τιμών που συνδέονται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, ο οποίος προκάλεσε το «σοβαρότερο σοκ εφοδιασμού πετρελαίου στην ιστορία».
Η τελευταία φορά που σημειώθηκε ετήσια μείωση στην κατανάλωση πετρελαίου ήταν το 2020, όταν τα lockdown και οι περιορισμοί μετακινήσεων λόγω της πανδημίας προκάλεσαν πτώση της ζήτησης κατά 8,97 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Έκτοτε, η αγορά είχε επιστρέψει σε σταθερή ανάπτυξη, όπως δήλωσε εκπρόσωπος του ΔΟΕ στο Γαλλικό Πρακτορείο.
Έξι χρόνια αργότερα, οι αιτίες είναι διαφορετικές. Ωστόσο, η παγκόσμια κατανάλωση αναμένεται να μειωθεί εκ νέου, φτάνοντας τα 104,26 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα το 2026, έναντι 104,34 εκατομμυρίων βαρελιών το 2025, σύμφωνα με τη μηνιαία έκθεση του ΔΟΕ για τις αγορές πετρελαίου.
Ο Οργανισμός προβλέπει ότι η ζήτηση θα «μειωθεί κατά μέσο όρο 80.000 βαρέλια την ημέρα το 2026», ενώ στην προηγούμενη έκθεσή του είχε εκτιμηθεί αύξηση 730.000 βαρελιών ημερησίως. Οι προβλέψεις του επικαιροποιούνται κάθε μήνα με βάση τις οικονομικές εξελίξεις.
Το δεύτερο τρίμηνο του έτους αναμένεται ακόμη και πτώση 1,5 εκατομμυρίου βαρελιών την ημέρα, η οποία, σύμφωνα με τον ΔΟΕ, «θα είναι η πιο απότομη από τότε που η Covid-19 προκάλεσε μείωση στην κατανάλωση καυσίμων».
Ο ενεργειακός οργανισμός του ΟΟΣΑ, με έδρα το Παρίσι, σημειώνει ότι οι μεγαλύτερες μειώσεις καταγράφονται στη Μέση Ανατολή και την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, κυρίως στα αεροπορικά καύσιμα και το υγραέριο (LPG).
Το σοκ προσφοράς και οι επιπτώσεις στην αγορά
Ο ΔΟΕ προειδοποιεί ότι η «καταστροφή της ζήτησης» ενδέχεται να επεκταθεί διεθνώς, καθώς οι ελλείψεις και οι αυξανόμενες τιμές επιμένουν. Η παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου έχει ήδη μειωθεί κατά 10,1 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, φτάνοντας τα 97,05 εκατομμύρια τον Μάρτιο, εξαιτίας των επιθέσεων στις ενεργειακές υποδομές στον Κόλπο και των διαταραχών στα Στενά του Ορμούζ.
«Όπου τα αποθέματα πετρελαίου δεν μπόρεσαν να καλύψουν το κενό, η ζήτηση έχει επηρεαστεί», σημειώνει ο ΔΟΕ, αναφέροντας πως παραγωγοί πετροχημικών στην Ασία έχουν περιορίσει δραστηριότητες λόγω ελλείψεων πρώτων υλών, ακυρώσεων πτήσεων και μέτρων λιτότητας σε πολλές χώρες.
Ο εκτελεστικός διευθυντής του ΔΟΕ, Φατίχ Μπιρόλ, προειδοποίησε ότι ο Απρίλιος «αναμένεται να είναι ακόμη χειρότερος από τον Μάρτιο» για τον ενεργειακό τομέα, ακόμη κι αν ο πόλεμος στο Ιράν λήξει σύντομα.
Ο Οργανισμός επισημαίνει ότι «η επανέναρξη των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ» αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αποκλιμάκωση των πιέσεων στον ενεργειακό εφοδιασμό και την παγκόσμια οικονομία.
Αβέβαιες προοπτικές και ωφελημένη η Ρωσία
Αν και οι προοπτικές για διαρκή ειρηνευτική διευθέτηση παραμένουν «αβέβαιες», ο ΔΟΕ προβλέπει μερική επανέναρξη των παραδόσεων πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Μέση Ανατολή μέχρι τα μέσα του έτους, χωρίς επιστροφή στα προπολεμικά επίπεδα. Ωστόσο, η έκθεση αναγνωρίζει ότι αυτό το σενάριο μπορεί να αποδειχθεί «υπερβολικά αισιόδοξο».
Σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης, ο Οργανισμός προειδοποιεί ότι οι αγορές ενέργειας και οι οικονομίες θα δεχθούν σημαντικές πιέσεις τους επόμενους μήνες. «Θα χρειαστούν περαιτέρω και σκόπιμες προσπάθειες για τη μείωση της ζήτησης, ώστε να εξισορροπηθεί η αγορά και να αποφευχθεί σοβαρότερη οικονομική ζημία», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Το μόνο βέβαιο, σύμφωνα με τον ΔΟΕ, είναι ότι η Ρωσία επωφελείται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Τα έσοδά της από εξαγωγές διπλασιάστηκαν μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου, αυξάνοντας από 9,7 δισ. δολάρια σε 19 δισ. δολάρια, εξαιτίας των υψηλότερων τιμών και των αυξημένων παραδόσεων, κυρίως προς την Ινδία, μετά την άρση ορισμένων αμερικανικών κυρώσεων.
