Επόπτης Ποιότητας – ξανά
Θυμάστε τον Επόπτη Ποιότητας Εκπαίδευσης, στην Πελοπόννησο, που, όπως έγραφα στα «ΝΕΑ» (8/4/2026), με μια κιτς κάρτα, προϊόν τεχνητής νοημοσύνης, ζητούσε το Αγιο Φως να γίνει η ασπίδα του καθεστώτος των μουλάδων του Ιράν; Πιστεύετε ότι ο άνθρωπος αυτός είχε κάποια κύρωση ή, έστω, κάποια ενόχληση; Απ’ όσο ξέρω, τίποτα. Μετά το δημοσίευμα, βέβαια, επανεμφανίστηκε στο Διαδίκτυο γράφοντας ότι η κάρτα του απεστάλη «από παραδρομή» και θεώρησε ότι εδώ τελειώνει η ευθύνη του.
Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός ο δημόσιος υπάλληλος και δεν κουνήθηκε φύλλο για την ανοιχτή εκ μέρους του υποστήριξη ενός τρομοκρατικού κράτους που καταπιέζει τον λαό του; Ποιοι τον ανέχονται (για καιρό – αν αναζητήσουν οι αρμόδιοι στα σόσιαλ μίντια κάτι γι’ αυτόν και προλάβουν πριν τα κατεβάσει, θα φρίξουν με τις θέσεις που κατά καιρούς έχει εκφράσει); Και πώς καταφέρνει να μένει ανενόχλητος; Η απάντηση είναι εύκολη: δεν νοιάζεται κανείς για τη συγκεκριμένη ακρότητα, ενδεχομένως και για ανάλογες. Ισως, σιωπηλά, πολλοί να συμφωνούν με τέτοιες θέσεις.
Αλλωστε, οι περιφερειακοί διευθυντές εκπαίδευσης σε όλη την Ελλάδα είναι διορισμένοι από τις κυβερνήσεις του Αλέξη Τσίπρα. Και μολονότι έχουν περάσει επτά χρόνια με Κυριάκο Μητσοτάκη, τα στελέχη αυτά παραμένουν στις ίδιες θέσεις αποφασίζοντας για τις κατευθύνσεις της μέσης εκπαίδευσης. Για να το πω λίγο πιο ωμά, δηλαδή, ενώ έχουν περάσει από το υπουργείο Παιδείας τρεις υπουργοί, κανένας τους δεν άλλαξε τους περιφερειακούς διευθυντές του ΣΥΡΙΖΑ!
Το πρόβλημα δεν είναι τα συγκεκριμένα πρόσωπα ούτε η ιδεολογική τους ταυτότητα. Το πρόβλημα είναι ότι παραμένουν στη θέση αυτή πολύ καιρό. Και όπως ξέρουν όσοι έχουν ασκήσει διοίκηση, η μακρά παραμονή σε θέσεις εξουσίας, χωρίς διαδικασία αξιολόγησης κι ανανέωσης, δημιουργεί εξουσιαστικά συστήματα που δρουν ασύδοτα.
Μήπως, τότε, το υπουργείο Παιδείας δεν μετακινεί τα διοικητικά αυτά στελέχη, για να μη χρεωθεί η πολιτική ηγεσία του κατηγορία ότι δρα επιδιώκοντας να επιβάλει κομματικό κράτος; Ουδείς μπορεί να το ισχυριστεί· το υπουργείο διαθέτει θεσμικό πλαίσιο. Και ιδίως τον Ν. 4823/2021, ο οποίος δεν προβλέπει απλώς τη διαδικασία επιλογής στελεχών. Ο νόμος αυτός θεσπίζει έναν μηχανισμό περιοδικής ανανέωσης, ακριβώς για να αποτρέπεται η συγκέντρωση ισχύος κι η διοικητική αδράνεια. Οταν ο μηχανισμός αυτός δεν ενεργοποιείται, η διοίκηση παύει να είναι δυναμική και μετατρέπεται σε κλειστό σύστημα.
Το πρόσφατο περιστατικό με τον Επόπτη Ποιότητας, τον οποίο ουδείς ενόχλησε για το συγκεκριμένο παράπτωμα, δείχνει ότι ο διοικητικός μηχανισμός έχει αδυναμία ή απροθυμία, να θέσει όρια. Οταν τέτοιες συμπεριφορές που ξεκάθαρα παραβιάζουν τους κανόνες τους οποίους ο εκπαιδευτικός οφείλει να σέβεται δεν αντιμετωπίζονται άμεσα, εκπέμπεται το μήνυμα προς μεν τους εκπαιδευτικούς ότι όλα επιτρέπονται και προς τους υπόλοιπους πολίτες – όσους νοιάζονται – ότι κανείς δεν ελέγχει· δεν θέλει ή δεν μπορεί.
Οι Περιφερειακοί Διευθυντές Εκπαίδευσης έχουν σαφείς αρμοδιότητες: εποπτεύουν, ελέγχουν, παρεμβαίνουν. Κι όταν αδιαφορούν για τα καθήκοντα που πηγάζουν από τις αρμοδιότητες, αυτές, μοιάζουν με μηχανισμό κάλυψης συμπεριφορών. «Κολλητοί», που μάλιστα κανείς δεν θα τους κατηγορήσει για πελατειακή λογική.
Οταν οι θεματοφύλακες της διοικητικής τάξης στην εκπαίδευση δεν κάνουν τη δουλειά τους, κανονικά αναμένεται παρέμβαση της πολιτικής ηγεσίας. Παρακολουθώντας, όμως, την αδράνεια της υπουργού Παιδείας, Σοφίας Ζαχαράκη, η οποία ξέρει καλά τη μέση εκπαίδευση, αναρωτιέμαι αν τελικά αυτό που την ενδιαφέρει, είναι να μη θίξει τίποτα. Υπουργός είναι, ωστόσο, δεν είναι τροχονόμος· κι οι υπουργοί δεν βρίσκονται σε αυτή τη θέση για να κάνουν δημόσιες σχέσεις.
Στουρνάρας για πάντα
Η πρόταση του Πρωθυπουργού να παραμείνει ο Γιάννης Στουρνάρας διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος είναι εύλογη για όποιον ενδιαφέρεται για τη «διασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας και της ευστάθειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος» και την «ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας προς όφελος της χώρας και των ελλήνων πολιτών»
Ο Γιάννης Στουρνάρας είναι ένα από τα πρόσωπα που μισήθηκαν ιδιαίτερα τα χρόνια της χρεοκοπίας, των μνημονίων και της ανόδου των Αγανακτισμένων, αλλά κι επί κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Κύριο μέλημα του Αλέξη Τσίπρα ήταν πώς θα απαλλασσόταν από αυτόν. Αντεξε και είχε την τύχη η παρουσία του να συνυφανθεί με το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που, μετά το 2019, ξαναέβαλε τη χώρα σε πορεία προς την ανάπτυξη.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επί Γιάννη Στουρνάρα ήταν και συνεχίζει να είναι ιδιαίτερα παρεμβατική. Συχνά, ο διοικητής της εξηγεί τη συγκυρία, υποδεικνύει προσαρμογές πολιτικής και θέτει στη δημόσια συζήτηση τα διλήμματα των καιρών. Κατά συνέπεια, η επιλογή του για μια ακόμα θητεία δεν είναι ανταμοιβή της στάσης του στη δημόσια ζωή. Είναι, κυρίως, πράξη άμυνας υπέρ της ελληνικής οικονομίας, ιδίως στην προοπτική μιας περιόδου αδύναμων κυβερνήσεων που δεν μπορεί να αποκλειστεί – και εγγύηση ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, με μια έμπειρη και μαχητική ηγεσία, δεν θα επιτρέψει τυχόν μελλοντικό εκτροχιασμό.
