Ομορφη πόλη
«…Ενα γκρεμισμένο χωριό. Πνιγμένο στα νερά που λιμνάζουν και στο φλώμο (σ.σ. ο φλώμος είναι δηλητηριώδες χόρτο που προκαλεί ζάλη, από εκεί βγαίνει και το «φλωμώνω»). Τα βρωμόνερα καναλίζουνε στα σοκάκια, οι βόθροι των σπιτιών είναι ανοιχτοί». Αυτά έγραφαν, μεταξύ άλλων, για την Αθήνα οι Ναυπλιώτες στον Οθωνα πριν από 192 χρόνια, τότε δηλαδή που γινόταν ένα είδος «καλλιστείων πόλεων», ώστε να αναδειχθεί αυτή που θα ανακηρύσσονταν πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Μπορεί να ήταν κάπως υπερβολικοί, αλλά οι αναφορές τους δεν απείχαν παρασάγγας από την πραγματικότητα. Ακόμη και οι ξένοι περιηγητές περιέγραφαν τότε την Αθήνα ως «…Ξεπεσμένη αρχοντιά. (…) Θα μπορέσει να γίνει ποτέ πολιτεία, με αξιώσεις πρωτευούσης αυτό το αξιοθρήνητο ερείπιο;».
Στα «καλλιστεία» συμμετείχαν επίσης, εκτός από το Ναύπλιο, το Αργος, η Κόρινθος, ο Πειραιάς· η Αθήνα όμως ήταν που κέρδισε τελικά το «στέμμα». Και σαν σήμερα, το 1834, έγινε η πρωτεύουσα της Ελλάδας. Ενα χωριό που οι κάτοικοί του δεν ξεπερνούσαν τότε τις εφτά χιλιάδες. Οπως είναι σήμερα η Ελασσόνα· ή το Λιτόχωρο· ή η Κάρυστος. Αντε και το Αργοστόλι. Με κληρονομιά τα «αρχαία της τα κάλλη», αλλά χωρίς τις στοιχειώδεις καν υποδομές που θα έπρεπε να έχει, ακόμη κι εκείνη την εποχή, μια «ευρωπαϊκή» πόλη.
Οι κάτοικοί της όμως – οι γκάγκαροι όπως τους έλεγαν, εκ του «γκάγκαρου» που ήταν το ξύλο με το οποίο ασφάλιζαν την πόρτα του σπιτιού τους – έταζαν γη και ύδωρ στον Οθωνα προκειμένου να επιλέξει την «πόλη» τους. Χάριζαν τα οικόπεδά τους γύρω από τον Βράχο της Ακρόπολης, τα χωράφια τους που ήταν απαραίτητα, για να χαραχτούν δρόμοι και να οικοδομηθεί η πόλη, σύμφωνα με τα σχέδια και το όραμα των αρχιτεκτόνων Κλεάνθη και Σάουμπερ.
Από τότε βέβαια κύλησε πολύ νερό στα αυλάκια και στους χωματόδρομους της Αθήνας η οποία – σημειωτέον – άρχισε να ασφαλτοστρώνεται το 1905, επί δημαρχίας Σπύρου Μερκούρη, με την πρώτη άσφαλτο να πέφτει στην οδό Αιόλου. Η όμορφη πόλη που σχεδίασαν οι δύο αρχιτέκτονες, που ουσιαστικά εμπνεύστηκαν την Αθήνα σχεδιάζοντάς την εκ του μηδενός, δεν φτούρησε πάνω από εκατό χρόνια. Εναν αιώνα μετά την ανακήρυξή της σε πρωτεύουσα, ο πληθυσμός του σημερινού Δήμου της Αθήνας πλησίαζε το μισό εκατομμύριο.
Και είκοσι χρόνια αργότερα, όταν πια είχε αρχίσει και η εσωτερική μετανάστευση, ως επακόλουθο του πολέμου και του Εμφυλίου, ο πληθυσμός της ευρύτερης περιοχής της πρωτεύουσας «έβλεπε» πλέον το ενάμισι εκατομμύριο. Μια ανεξέλεγκτη ανάπτυξη που δεν μπορούσε παρά να επηρεάσει την όψη της πόλης. Την κατέστρεψε, λένε, η αντιπαροχή. Με αισθητικούς όρους, σωστό· δεν μπορώ να φανταστώ όμως με ποιον άλλο τρόπο θα μπορούσε να αντεπεξέλθει στις νέες συνθήκες που τις επέβαλε η ίδια η Ιστορία.
Η Αθήνα σήμερα
Στις μέρες μας η Αθήνα έχει γίνει η πόλη που αγαπάμε να μισούμε. Αφόρητη, εξουθενωτική, εχθρική προς τους μόνιμους κατοίκους της, προσαρμοσμένη στις ανάγκες του τουρισμού και των Airbnb, με τα παλιά της κτίρια, μαγαζιά και τοπόσημα να τα «καταπίνει» η ανάπτυξη. Μόνο που όσοι γκρινιάζουν γι’ αυτά, έχουν στο μυαλό τους την Αθήνα των Κλεάνθη και Σάουμπερ, μια πόλη που δεν υπάρχει εδώ και ογδόντα χρόνια. Στο ενδιάμεσο, γνώρισε την εποχή της μεγαλύτερης ασχήμιας της.
Θυμάμαι την Αθήνα στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τη δεκαετία του 1970. Μια πόλη μίζερη, γκρίζα, μια επαρχιακή πρωτεύουσα, με εσωστρεφείς συνοικίες. Περιοχές όπως το Παγκράτι ή το Κουκάκι που σήμερα ανθούν, ήταν σκοτεινές και βουβές μετά τις οχτώ το βράδυ. Αλλά έτσι λειτουργεί η νοσταλγία. Ανακαλεί εικόνες από εποχές που ο νοσταλγός δεν έχει ζήσει ο ίδιος. Οπως κι εγώ μικρή, νοσταλγούσα, από τις αφηγήσεις των υπέργηρων, «…το παλιό το αμαξάκι, τον γκαζιέρη που μας άναβε το φως, τις κυρίες του “Γιαννάκη” και τον έρωτα που ήταν κρυφός». Και έπειτα από εξήντα χρόνια, οι νέοι του 2086 θα νοσταλγούν τη σημερινή Αθήνα.
